Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

Έρημη πόλη: Κεφάλαιο 3ο


Αλλαγή πλευρού. Αυτό δεν έχει αποτέλεσμα. Ο ήχος του κινητού – που – παίζει – τον – ρόλο – ξυπνητηριού ακούγεται το ίδιο έντονος. Προσπαθώ να το αγνοήσω αλλά δεν γίνεται. Από τη στιγμή που με ξύπνησε, πρέπει να σηκωθώ. Ζηλεύω πολύ τους ανθρώπους που έχουν την ικανότητα να κλείσουν τον ήχο που τους ξύπνησε και να ξανακοιμηθούνε. Εγώ δυστυχώς δεν την έχω.

Πρώτη κίνηση, να τεντώσω το χέρι και να ψάξω το κινητό. Κάπου εδώ το είχα αφήσει χθες το βράδυ. Το βρίσκω, πατάω ένα κουμπί στην τύχη κι ο ενοχλητικός θόρυβος σταματά. Στη χειρότερη περίπτωση, να μην πάτησα το σωστό κουμπί και να χτυπήσει ξανά δέκα λεπτά αργότερα. Τότε δεν θα είναι και τόσο τρομερός ο ήχος. Θα έχω προλάβει να πιώ και δυο γουλιές καφέ.

Μένω λίγο ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι, ενώ το σώμα μου αρχίζει και ξυπνάει, αργά αλλά σταθερά. Αφηρημένα το χέρι μου πηγαίνει στο φυλαχτό που αγόρασα στην Αθήνα χθες. Το ξαναφόρεσα το βράδυ κι από τότε δεν το έβγαλα. Όσο περίεργος κι αν ήταν αυτός που μου το πούλησε, είναι πολύ όμορφο. Θα το καθιερώσω να το φοράω αρκετά συχνά.

Ο νους μου πάει για μια στιγμή στο όνειρο που είδα απόψε. Τι όνειρο και τούτο! Ήμουν σε ένα λιβάδι με γρασίδι. Από τη μια πλευρά έρεε ένα μικρό ποτάμι και από η άλλη καλύπτονταν από τη βλάστηση ενός πυκνού δάσους. Ομίχλη με εμπόδιζε να δω τι υπήρχε από την άλλη πλευρά του ποταμού, αλλά δεν είχα χρόνο να αναρωτηθώ περισσότερο. Είχα εμπλακεί σε μια σύγκρουση σώμα με σώμα με μια περίεργη φιγούρα. Φαίνονταν φυσιολογικός άνθρωπος αλλά εκεί που θα έπρεπε να έχει το πρόσωπο κανονικά, υπήρχε μόνο μαυρίλα. Ο άνθρωπος με το μαύρο πρόσωπο ήταν πολύ δύσκολος αντίπαλος και λίγο ήθελε για να επικρατήσει.

Τελικά, αποδείχθηκα τυχερός και κατάφερα να τον νικήσω. Όταν του έδωσα ένα χτύπημα στο κεφάλι, τόσο δυνατό που θα έριχνε αναίσθητο έναν φυσιολογικό άνθρωπο, αυτός ξεστόμισε μερικές κατάρες κι εξαφανίστηκε μπροστά στα μάτια μου. Τη μια στιγμή ήταν εκεί και την επόμενη δεν ήταν. Στη θέση του, υπήρχε μόνο ένα μικρό σύννεφο γκρίζου καπνού.

Ύστερα, θυμήθηκα τη σκηνή της λιποθυμίας μου, χθες και λίγο πριν την ώρα της συνέντευξης. Νιώθω θυμό με τον εαυτό μου. Τι στιγμή που βρήκα κι εγώ να το πάθω!

Το περίεργο είναι πως δε θυμάμαι τίποτε από το τι συνέβη στη συνέχεια και πως επέστρεψα στο σπίτι μου και βρέθηκα στο κρεβάτι μου. Μένω λίγη ώρα κατά την οποία προσπαθώ να θέσω σε τάξη τις αναμνήσεις μου, αλλά αυτό δεν έχει κάποιο αποτέλεσμα. Δεν έχει σημασία, το σημαντικό είναι πως είμαι εδώ. Πιθανότατα, η σύγχυση που έχω αυτή τη στιγμή είναι παροδική.

Εντάξει, τώρα είναι ώρα να σηκωθώ. Δεύτερη κίνηση, σηκώνομαι από το κρεβάτι και κατευθύνομαι στο καθιστικό. Με αργά βήματα, γιατί είναι νωρίς ακόμη. Είναι Κυριακή και δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να βιαστώ. Ένα μικρό σκύψιμο, ένα πάτημα κουμπιού κι ο υπολογιστής παίρνει μπροστά. Ένα από τα ανεμιστηράκια μέσα στην κεντρική μονάδα του κάνει πάλι πολύ θόρυβο σήμερα. Θα πρέπει να το κοιτάξω κάποια στιγμή.

Ίσως το απόγευμα ασχοληθώ με το να βρω την αιτία του θορύβου. Θα παύσω να το σκέφτομαι περισσότερο προς το παρόν.

Τρίτη κίνηση, να ρίξω λίγο κρύο νερό στο πρόσωπό μου. Εννιά στις δέκα μέρες, το σοκ της επαφής με το κρύο είναι αρκετό για να με ξυπνήσει εντελώς.

Αυτή είναι μια από αυτές τις εννιά. Πολύ ωραία. Βουρτσίζω στα γρήγορα τα δόντια μου. Αυτή είναι από τις καλές συνήθειες που απέκτησα τα τελευταία μόνο χρόνια. Αν την είχα από πιο μικρός, ίσως είχα γλυτώσει ένα ή δυο σφραγίσματα. Αλλά όπως λένε, κάλλιο αργά παρά ποτέ.

Ώρα για καφέ. Η κουζίνα είναι ακατάστατη. Αυτό είναι συνηθισμένο.

Ο νεροχύτης είναι γεμάτος άπλυτα πιάτα, ποτήρια και σκεύη. Αυτό δεν είναι συνηθισμένο. Παραδέχομαι πως δεν είμαι κι ο πιο φανατικός με αυτή τη δουλειά. Σε αντίθεση με άλλες οικιακές εργασίες, απεχθάνομαι το πλύσιμο των πιάτων. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, εκτός από το σιδέρωμα των ρούχων. Αυτό είναι ακόμη χειρότερο. Αλλά αυτό το χάλι που βλέπω μπροστά μου είναι ανεπίτρεπτο.

Το παίρνω απόφαση. Πριν ξεκινήσω για τον περίπατό μου, αυτή η στοίβα θα είναι αραδιασμένη και θα στεγνώνει. Ευτυχώς υπάρχει ένα σέικερ που είναι καθαρό. Βάζω μέσα νερό από τη βρύση. Λίγο. Δεν χρειάζεται περισσότερο.

 Κατεύθυνση: ντουλάπα. Μια γερή κουταλιά καφέ προστίθεται στο νερό του σέικερ. Το σέικερ κλείνει κι ακολουθεί το χτύπημα. Εδώ και λίγο καιρό, στον πρωινό καφέ δεν βάζω ζάχαρη. Επηρεάστηκα κι εγώ από τις ιατρικές εκπομπές που λένε πως η ζάχαρη σε γεμίζει αρνητικά χωρίς να προσφέρει τίποτε καλό, πέρα από τη γεύση. Έτσι, αποφάσισα να την περιορίσω πρώτα και ύστερα να την κόψω εντελώς. Τον πρώτο καιρό, με δυσκολία έπινα αυτό το φρικτό ρόφημα που λέγεται καφές σκέτος. Ύστερα από λίγες μέρες και λίγη συνήθεια, το ρόφημα πια δεν μου φαίνεται και τόσο φρικτό.

Αρκεί να έχει μια γερή δόση γάλακτος μέσα. Αν δεν έχει ούτε γάλα, παραμένει τόσο φρικτό όσο και την πρώτη μέρα. Ανοίγω το ψυγείο, βγάζω το κουτί με το γάλα και ρίχνω μια γενναία ποσότητα μέσα στο σέικερ. Το ξαναβάζω στο ψυγείο και γεμίζω τον χώρο του σέικερ που έχει μείνει κενός με κρύο νερό. Βάζω κι ένα καλαμάκι μέσα και το πρωινό μου είναι έτοιμο.

Πίσω στον υπολογιστή. Κάθομαι στην περιστρεφόμενη καρέκλα που πήρα πέρσι το καλοκαίρι και με δυσκολία κατάφερα να συναρμολογήσω μόνος μου. Την επόμενη φορά που θα αγοράσω κάποιο έπιπλο δεν θα τσιγκουνευτώ τα λίγα ευρώ και θα ζητήσω να μου τη συναρμολογήσουνε στο μαγαζί.

Αλλά ούτως ή άλλως δεν προβλέπεται να αγοράσω κανένα έπιπλο στο άμεσο μέλλον, οπότε δεν χρειάζεται να ανησυχώ για αυτό.

Ανοίγω το Mozilla Firefox. Επιχειρώ να ελέγξω τα email. Μάλλον έχει κολλήσει πάλι το αγαπημένο μου modem, γιατί δεν ανοίγει τη σελίδα του web mail, ούτε καμία άλλη. Κάνω την κίνηση να σκύψω και να κάνω επανεκκίνηση στο modem, αλλά το μετανιώνω και το αφήνω. Ας μην ξεκινήσω κι αυτή τη μέρα μπροστά σε μια οθόνη, όπως τόσες προηγούμενες.

Σκέφτομαι πως πρέπει να κρατάω στο μυαλό μου, το γεγονός πως κάποιοι άνθρωποι έχουν και ζωή εκτός από τον υπολογιστή. Κάτι που ήταν καλό να το φροντίσω κι εγώ σιγά σιγά. Κλείνω τα 34 σε έναν μήνα και δεν δικαιολογούμαι να περνάω όλο τον ελεύθερο χρόνο μου μπροστά σε μια οθόνη. Επικρίνω τα αγόρια που βρίσκονται στη μισή ηλικία από μένα όταν κάνουν το ίδιο ακριβώς πράγμα. Αυτό υποθέτω πως με κάνει μεγάλο υποκριτή.

Το πήρα απόφαση. Σήμερα θα φροντίσω να ζήσω τη ζωή μου, όπως έχω πολύ καιρό να το κάνω. Δεν θα κοιτάξω άλλο τον υπολογιστή παρά αργά το βράδυ. Να ελέγξω και τη μάχη πως εξελίσσεται.

Πίνω μια γουλιά από τον καφέ μου. Η ώρα σχεδόν έχει φτάσει εννιά. Ανοίγω το πατζούρι στο καθιστικό και κοιτάζω έξω. Ρίχνει ένα ψιλόβροχο αλλά ο ουρανός φαίνεται φωτεινός. Από τα νότια αρχίζει και ξεχωρίζει το γαλάζιο μέσα από τα σύννεφα. Το πιο πιθανό είναι πως η βροχή αργότερα μέσα στην ημέρα θα σταματήσει. Αυτό είναι ευχάριστο. Είναι πολύ δύσκολο να περάσεις μια ολόκληρη Κυριακή χωρίς υπολογιστή και χωρίς καλό καιρό για βόλτα.

Είπαμε, δεν θα αφήσω αυτό το χάλι που έχω στο νεροχύτη. Επιστρέφω στην κουζίνα. Φοράω αυτή τη χαριτωμένη ποδιά που είναι σε κίτρινο χρώμα και απεικονίζει έναν μάγειρα που τρέχει κρατώντας έναν δίσκο γεμάτο πιάτα και ποτήρια. Η Ελένη μου έχει πει πολλές φορές πως βρίσκει πολύ σέξι τη συγκεκριμένη ποδιά. Κι εμένα μαζί όταν τη φοράω για κάποια δουλειά.

Γαμώτο! Τώρα θυμήθηκα πως είχα πει στην Ελένη ότι θα της τηλεφωνούσα χθες το απόγευμα, όταν θα γύριζα από την Αθήνα και το ξέχασα. Το έκανα όμως; Δε μπορούσα να απαντήσω σε αυτό, μιας και δε θυμάμαι καθόλου τις δραστηριότητές μου από τη λιποθυμία μου και μετά.

Όσο το σκέφτομαι, αυτό μου φαίνεται πολύ περίεργο. Είχα λιποθυμήσει μια ή δυο φορές στο παρελθόν, αλλά σε καμία περίπτωση δε μου είχε τύχει να εμφανίζω τόσο μεγάλο κενό στη μνήμη μου, από τη στιγμή που έχασα τις αισθήσεις μου μέχρι σχεδόν μια μέρα αργότερα.

Δεν πειράζει, θα της τηλεφωνήσω αργότερα. Τώρα είπα στον εαυτό μου πως σειρά έχει το πλύσιμο των πιάτων. Ας το ξεκινήσω.

Είκοσι λεπτά αργότερα, έχω τελειώσει. Τα χέρια μου έχουν κοκκινίσει μιας και το χειμωνιάτικο νερό ήταν πολύ κρύο. Τουλάχιστον τώρα ο νεροχύτης είναι άδειος ξανά. Ρίχνω και λίγο νεράκι να ξεπλύνω τη σαπουνάδα και είμαι έτοιμος.

Η ώρα έχει πάει εννέα και μισή. Πίνω λίγο ακόμη από τον καφέ μου. Η βροχή έχει περιοριστεί σε ένα απλό ψιχάλισμα και το γαλάζιο κομμάτι του ουρανού έχει αυξηθεί σε σχέση με το γκρίζο. Ρίχνω μια ματιά στη βιβλιοθήκη μου, ψάχνοντας να εντοπίσω κάποιο από τα βιβλία μου που να μην το έχω διαβάσει. Αλλά και να μη βρω κάποιο, θα πάρω να λύσω καμία άσκηση μαθηματικών. Να ακονίσω την ικανότητα λίγο, γιατί έχει αρχίσει και σκουριάζει. Τις προάλλες είχα πιάσει να σκέφτομαι κάποια προβλήματα και ορισμένα με ταλαιπωρήσανε. Μερικά χρόνια νωρίτερα, θα είχα βρει τις λύσεις χωρίς δεύτερη σκέψη.

Τελικά όμως βρίσκω ένα που δεν το έχω διαβάσει. Μια βιογραφία του Σωκράτη, γραμμένη από έναν ξένο συγγραφέα. Πότε το πήρα εγώ αυτό; Ούτε που θυμάμαι. Όπως και να’ χει, αποφασίζω πως αυτό το μικρό βιβλίο θα αποτελέσει την παρέα μου για το επόμενο δίωρο. Πηγαίνω στον υπολογιστή και βάζω τη συνηθισμένη λίστα αναπαραγωγής να παίζει. Ανεβάζω την ένταση των ηχείων και η μουσική γεμίζει τον τόπο.

Κάποιοι θα λέγανε πως ροκ μουσική και Σωκράτης δεν συνδυάζονται και τόσο καλά, αλλά αυτό λίγο με ενδιαφέρει. Η ροκ μουσική με ηρεμεί, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται αυτό. Κάθομαι στον καναπέ μου, ανοίγω το βιβλίο για τον Σωκράτη και ξεκινάω.

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Έρημη Πόλη: Κεφάλαιο 2ο



«Καθίστε εκεί και περιμένετε λίγο. Όταν έρθει η σειρά σας θα ειδοποιηθείτε», λέει με ψυχρή ευγένεια η γυναίκα που με υποδέχθηκε. Ήταν καθισμένη πίσω από ένα λιτό ξύλινο γραφείο. Η επιφάνειά του είναι άδεια, εκτός από έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή και τα περιφερειακά του. Κοιτάζω προς την κατεύθυνση όπου μου δείχνει κι αντικρύζω μια σειρά από μεταλλικές καρέκλες, συνολικά τέσσερις. Στα αριστερά τους υπάρχει ένας μεταλλικός κάδος αχρήστων και στα δεξιά τους ένα φυτό εσωτερικού χώρου με πλούσια φυλλωσιά.
Επιλέγω να καθίσω στην αριστερή από τις καρέκλες. Μπροστά τους υπάρχει ένα χαμηλό τραπέζι, με γυάλινη επιφάνεια και μεταλλικά πόδια. Στο κάτω μέρος του, υπάρχει μια στοίβα με περιοδικά διαφόρων θεμάτων. Ρίχνω μια γρήγορη ματιά αλλά δεν βρίσκω κάτι που να μου τραβήξει το ενδιαφέρον. Έτσι, βγάζω το κινητό μου και αρχίζω να παίζω παιχνίδια μέχρι να έρθει η ώρα της συνέντευξης.
Ομολογώ πως έχω νευρικότητα. Είναι η πρώτη συνέντευξη στην οποία καλούμαι, ύστερα από πολλούς μήνες συνεχούς αναζήτησης και διαρκών αποστολών βιογραφικών σημειωμάτων. Τώρα, προέκυψε αυτή η δουλειά που αποδεικνύεται ενδιαφέρουσα. Ο μισθός λογικά δεν θα είναι και τίποτε το εξαιρετικό, αλλά από το ολότελα, ακόμη κι αυτό θα είναι ευπρόσδεκτο.  Ειδικά αν ισχύει το στοιχείο που με δελέασε πάνω από όλα, δηλαδή πως θα μπορώ να εργάζομαι από το σπίτι μου.
Αν τα καταφέρω και πιάσω αυτή τη δουλειά, θα γίνουν πολλά βήματα ώστε να χαλαρώσω λίγο στο οικονομικό θέμα. Ελπίζω πως θα πάψω να είμαι αναγκασμένος να κάνω δουλειές του ποδιού και να κυνηγάω μαθητές μήπως κάνω κάποιο ιδιαίτερο. Μερικά ιδιαίτερα, υποθέτω πως θα τα κρατήσω, αλλά τουλάχιστον δεν θα έχω το άγχος στον ίδιο βαθμό που είχα τους τελευταίους δεκαπέντε μήνες.
Αλλά πρέπει να τα πάω καλά στη συνέντευξη που έχω να κάνω. Και όσο περνάει η ώρα, η νευρικότητά μου αυξάνεται. Αυτό είναι κακό σημάδι. Το email με το οποίο με καλέσανε, ανέφερε πως η συνέντευξη ήταν προγραμματισμένη για τις έντεκα το πρωί. Σήμερα το πρωί όμως και ενώ βρισκόμουν στο λεωφορείο, με πήραν τηλέφωνο και με ειδοποίησαν πως η ώρα είχε αλλάξει και η συνέντευξη είχε μεταφερθεί για τις πέντε το απόγευμα.
Αφοσιώνομαι ξανά στο παιχνίδι και προσπαθώ να παίρνω βαθιές και αργές ανάσες. Το κάνω με την ελπίδα πως θα χαλαρώσω και θα αποδώσω το μέγιστο των δυνατοτήτων μου όταν έρθει η στιγμή.
«Κύριε, συγνώμη!» φωνάζει η κοπέλα που ήταν στην υποδοχή. Σηκώνω το βλέμμα και την κοιτάζω, με την ελπίδα μου αναπτερωμένη πως η αναμονή μου έφτασε στο τέλος της. Έχω τερματίσει πέντε διαφορετικές παρτίδες Sudoku, που σημαίνει πως περίμενα τουλάχιστον ένα τέταρτο της ώρας σε αυτή την καρέκλα.
«Έχουμε ένα τεχνικό πρόβλημα και θα καθυστερήσουμε λίγο», μου λέει. Οι ώμοι μου βουλιάζουν από την απογοήτευση. «Ζητούμε συγνώμη για την ταλαιπωρία. Προσφέρουμε καφέ ή άλλο ρόφημα της αρεσκείας σας». Παρά τα λόγια της, το ύφος της δεν ήταν ούτε στο ελάχιστο απολογητικό.
Κοιτάζω το ρολόι μου. Έχω ακόμη πάνω από τρεις ώρες διαθέσιμες μέχρι την ώρα που θα αναχωρήσει το τελευταίο λεωφορείο. Όπως φαίνεται, δεν θα επιστρέψω νωρίς στην πόλη μου. Αλλά νιώθω πως δεν έχω επιλογή. Αφού ήρθα, θα πρέπει να μείνω για όση ώρα απαιτήσει η περίσταση. Πραγματικά τη χρειάζομαι αυτή τη δουλειά.
«Τι θα πάρετε;» με ρωτάει ξανά η κοπέλα. Κοιτάζει προς το μέρος μου και το ύφος της δείχνει παντελή αδιαφορία. Σκέφτηκα να αρνηθώ να πάρω κάτι, αλλά συνειδητοποιώ πως διψάω. Από την ώρα του μεσημεριανού μου δεν έχω πιεί κανένα υγρό.
Και ούτως ή άλλως, αυτοί οι τύποι με έχουν ήδη για αρκετή ώρα στην αναμονή κι αυτό δεν αναμένεται να αλλάξει σύντομα. Το λιγότερο που μπορούν να κάνουν είναι να μου προσφέρουν κάτι σαν αντάλλαγμα για τον χρόνο που θα περιμένω.
«Ένα μπουκαλάκι νερό και είμαι εντάξει, ευχαριστώ», της λέω. Αυτή γνέφει καταφατικά, σηκώνεται από το κάθισμά της και κατευθύνεται προς μια πόρτα που πάνω έχει κολλημένη μια πινακίδα.

ΠΡΟΣΟΧΗ – ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟΥΣ ΜΗ ΕΧΟΝΤΕΣ ΓΡΑΠΤΗ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ

Περίεργη πινακίδα να έχεις σε μια πόρτα απλής εταιρίας εισαγωγών. Πιο πολύ θυμίζει κάτι που θα έβλεπε κάποιος σε μια στρατιωτική εγκατάσταση. Νιώθω μια στιγμιαία ανησυχία αλλά την προσπερνώ. Ίσως και να μην είναι τόσο σπάνιο. Στο κάτω – κάτω, κι εγώ αν ήμουν ο υπεύθυνος μιας μεγάλης εταιρίας θα ήθελα να αποτρέπω τον οποιονδήποτε τυχαίο από το να μπαίνει μέσα στα ενδότερα και να ψαχουλεύει.
Η κοπέλα περνάει την πόρτα και αυτή κλείνει πίσω της. Κοιτάζω ξανά την πινακίδα για λίγες στιγμές και ύστερα αφοσιώνομαι ξανά στο παιχνίδι μου.
Σύντομα, ακούω την πόρτα να ανοίγει ξανά. Αυτή τη φορά ήταν γρήγορα. Δεν θα πέρασε πάνω από μισό λεπτό από τότε που η κοπέλα μπήκε μέσα στην περιοχή όπου απαγορεύεται η είσοδος.
«Ορίστε, το νερό σας», μου λέει, χαμογελώντας ελαφρά. Απλώνει προς το μέρος μου ένα μπουκαλάκι κι ένα πλαστικό ποτήρι. Τα παίρνω στα χέρια μου.
«Ευχαριστώ», της λέω. Με κοιτάζει προσεκτικά και ύστερα μου γυρίζει την πλάτη. Κατευθύνεται και κάθεται ξανά στο γραφείο της. Δείχνει πως αφοσιώνεται στην εργασία που κάνει στον υπολογιστή της, αλλά διακρίνω ότι που και που ρίχνει κλεφτές ματιές προς το μέρος μου. Την κοιτάζω και χαμογελάω. Μου απαντάει κι αυτή με ένα ψυχρό χαμόγελο.
Ανοίγω το μπουκάλι και γεμίζω το ποτήρι. Πίνω μια μικρή ποσότητα δοκιμαστικά στην αρχή και διαπιστώνω πως δεν είναι πολύ κρύο. Αυτό είναι καλό. Σηκώνω το ποτήρι και το αδειάζω με τη μια. Βάζω και το υπόλοιπο νερό στο ποτήρι και πετάω το μπουκάλι σε έναν μεταλλικό κάδο σκουπιδιών που ήταν δίπλα στην καρέκλα μου. Αφήνω το ποτήρι με το λίγο εναπομένον νερό στο τραπέζι και αφοσιώνομαι ξανά στο παιχνίδι.
Ύστερα από λίγο όμως, σταματάω ξανά και αφήνω τη συσκευή στη διπλανή καρέκλα. Αρχίζω να νιώθω το κεφάλι μου ελαφρύ. Σηκώνομαι από την καρέκλα όπου καθόμουν αλλά νιώθω τα πόδια μου αδύναμα να στηρίξουν το βάρος μου.
Νιώθω τις αναπνοές μου να είναι γρήγορες και ρηχές. Μεγάλο μέρος της όρασής μου έχει πια σκοτεινιάσει, καθαρά βλέπω πια μόνο στο κέντρο του οπτικού μου πεδίου. Αλλά ακόμη κι εκεί τα χρώματα δεν είναι φυσιολογικά.
Κάτι μου συμβαίνει. Κάτι κακό.
Παρατηρώ πως η κοπέλα της γραμματείας έχει στραφεί προς το μέρος μου και με κοιτάζει με ενδιαφέρον. Ανοίγω το στόμα μου με σκοπό να της πω πως κάτι έπαθα και χρειάζομαι βοήθεια.
Αντί αυτού, το μόνο που καταφέρνω, είναι να βγάλω κάποιους αδύναμους, ακατανόητους ήχους. Βλέπω την γαλάζια μοκέτα που ήταν στρωμένη στο πάτωμα να με πλησιάζει ταχύτατα. Προλαβαίνω να παρατηρήσω μια μικρή ατέλεια στην ύφανσή της.
Και ύστερα με τυλίγει το σκοτάδι.

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

Έρημη Πόλη: Κεφάλαιο 1ο



«Με πέντε ευρώ παίρνεις αυτό το φυλαχτό που θα σου αλλάξει τη ζωή!» κραύγασε ο πλανόδιος πωλητής για μια ακόμη φορά. Αρχίζει και με εκνευρίζει αυτός ο τύπος. Εδώ και αρκετή ώρα φαίνεται να ακολουθεί παρόμοια πορεία με μένα, καθώς βαδίζω κοιτώντας τις βιτρίνες των μαγαζιών γύρω από το Μοναστηράκι. Αν και είναι από τις πρώτες μέρες του Δεκεμβρίου, η μέρα είναι ηλιόλουστη. Η θερμοκρασία είναι χαμηλή, σε τέτοιο επίπεδο ώστε κάθε εκπνοή μου να σχηματίζει ένα μικρό σύννεφο από υδρατμούς, το οποίο αιωρείται στιγμιαία μπροστά στο πρόσωπό μου πριν να εξαφανιστεί. Αλλά αυτό είναι αναμενόμενο για την εποχή. Γενικά, η μέρα είναι ιδανική για μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας.
Το μόνο στοιχείο που προσπαθεί να μου χαλάσει τη διάθεση, είναι αυτός ο ενοχλητικός πωλητής. Μου θυμίζει τα spam mail, αυτά τα απαράδεκτα ηλεκτρονικά μηνύματα που πάντα λένε τη μια ή την άλλη παραλλαγή του «Στείλε αυτό σε 5 άτομα, αλλιώς μια μεγάλη συμφορά θα σε βρει στο άμεσο μέλλον» Ανάλογα με την προέλευση του εκάστοτε email, αυτή η συμφορά ποικίλλει από οικονομική καταστροφή μέχρι την κατάρα των Φαραώ. «Αν το στείλεις σε 15 άτομα, κάτι καλό θα σου συμβεί». Τα λόγια τούτου εδώ του πωλητή μου ακούγονται το ίδιο παράλογα. Δεν καταλαβαίνει πως σήμερα είναι ελάχιστοι πια οι αφελείς που τα πιστεύουν αυτά;
Ίσως βέβαια και να μην είναι τόσο ελάχιστοι αυτοί που πείθονται από αυτά τα μηνύματα και τα αναπαράγουν, αν κρίνουμε από τον ρυθμό με τον οποίο εξακολουθώ να τα λαμβάνω. Αυτό δεν το θεωρώ και τόσο καλό σημάδι για το μέσο όρο νοημοσύνης του ανθρώπινου είδους εν έτει 2013.
Ή απλά, ίσως γίνομαι υπερβολικά κακός όταν σκέφτομαι τέτοια πράγματα.
Μπαίνω σε ένα κατάστημα με παπούτσια. Δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα να αγοράσω κάτι, μιας κι έχω ήδη πάρει αυτά που ήθελα. Νωρίτερα, είχα αγοράσει μια ζώνη για μένα και ένα βραχιόλι με πολύχρωμα πετραδάκια για την Ελένη. Ο κύριος σκοπός της εισόδου μου στο νέα κατάστημα, ήταν η επιθυμία μου να προχωρήσει πιο μακριά αυτός ο πωλητής. Δεν μπορώ να καταλάβω το λόγο, αλλά με ενοχλεί πάρα πολύ να τον ακούω να λέει συνέχεια τα ίδια πράγματα.
«Καλησπέρα. Μπορώ να σας βοηθήσω;» ακούω μια γυναικεία φωνή να λέει από τα δεξιά μου. Γυρίζω προς τα δεξιά και βλέπω μια κοντούλα, αδύνατη κοπέλα να μου χαμογελάει. Τα μαλλιά και τα ρούχα της είναι μαύρα κι ένα σκουλαρίκι γυαλίζει στο κάτω χείλος της, από τη δεξιά του πλευρά.
«Απλά κοιτάζω προς το παρόν, ευχαριστώ. Όταν χρειαστώ βοήθεια, θα σας καλέσω», της απαντάω. Η κοπέλα μου χαμογελάει ξανά και στρέφει την προσοχή της σε ένα ζευγάρι εφήβων που εισήλθε μετά από μένα στο κατάστημα. Εγώ μένω να κοιτάζω αφηρημένα μια σειρά από ζευγάρια μαύρων αρβύλων, που έχουν καρφιά σε διάφορα σημεία. Αυτά δεν είναι του γούστου μου με τίποτε.
Ακούω πως η υπάλληλος έχει πιάσει ζωηρή κουβέντα με τους δυο νέους. Ίσως και να είναι γνωστοί της. Όπως και να’ χει, δεν βρίσκω τη σκηνή ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και κοιτάζω άλλη μια φορά τις σειρές με τα παπούτσια. Κοιτάζω το κινητό μου και βλέπω πως μου έχουν απομείνει γύρω στα τριάντα λεπτά μέχρι να έρθει η ώρα για το ραντεβού μου.
Βγαίνω από το κατάστημα και ξεκινάω προς την πλατεία Μοναστηρίου. Από εκεί σκοπεύω να ανεβώ πεζός, με χαλαρό ρυθμό την οδό Ερμού έως την πλατεία Συντάγματος. Αν θυμάμαι καλά, το γραφείο όπου έχω να πάω είναι εκεί κοντά. Όταν τελειώσω με τη συνέντευξη, θα χρησιμοποιήσω μετρό κι ηλεκτρικό για θα επιστρέψω στον σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων. Από εκεί, θα φύγω από την πρωτεύουσα.
Κρατώντας τις μικρές σακούλες με τα πράγματα που αγόρασα και περπατώντας με αργό ρυθμό, δεν μου παίρνει πάνω από τρία λεπτά να φτάσω στην πλατεία Μοναστηρίου. Ύστερα, άλλα τόσα μέχρι να βρεθώ στην οδό Ερμού.
«Ε, φίλε!» Από ένα στενό πετάγεται ο ίδιος ενοχλητικός πωλητής και πλησιάζει προς το μέρος μου περπατώντας γρήγορα.
«Για σένα, δυο ευρώ. Πάρτο και θα με θυμηθείς. Σε δυο μέρες από τώρα θα σου αλλάξει τη ζωή!» Προφανώς ο τύπος εκτός από επίμονος, είναι και απογοητευμένος από τις πωλήσεις του.
Δεν πειράζει. Δυο ευρώ δεν είναι πολλά προκειμένου να τον ξεφορτωθώ. Απλώνω το χέρι και πιάνω το φυλακτό. Εντάξει, δεν είναι και τόσο άσχημο. Tο περίγραμμά του είναι κυκλικό κι έχει διάμετρο περίπου δυο εκατοστά. Στο εσωτερικό του περιγράμματος έχει έναν σταυρό, με την κάθε πλευρά να έχει πάχος μισό εκατοστό. Στα σημεία όπου ο σταυρός ακουμπάει στο περίγραμμα, είναι σκαλισμένα κάποια μικρά σύμβολα. Το φέρνω πολύ κοντά στα μάτια μου, αλλά δεν μπορώ να διακρίνω τι απεικονίζουν.
Είναι ωραίο τελικά. Ξαφνικά συνειδητοποιώ πως είναι υπερβολικά ωραίο για να το δίνει αυτός ο τύπος με αντίτιμο μόνο δυο ευρώ. Τον κοιτάζω από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Υποθέτω πως η καχυποψία μου φαίνεται στο βλέμμα μου, αλλά αυτό δεν με απασχολεί. Εξάλλου, αυτό ακριβώς νιώθω.
Ο πωλητής έχει τα μάτια του καρφωμένα στα δικά μου. Τα ρούχα του φαίνονται πολύ παλιά και φθαρμένα. Φοράει λευκά αθλητικά παπούτσια και το αριστερό έχει μια μικρή τρύπα, στην περιοχή ακριβώς μπροστά από το μικρό του δάχτυλο. Η όψη του δείχνει πως είναι αρκετά ταλαιπωρημένος.
Ξαφνικά χαμογελάει πλατιά και τα δόντια του αστράφτουν κάτασπρα. Η μόνη παραφωνία προέρχεται από έναν από τους κοπτήρες του πάνω σαγονιού, ο οποίος λείπει και δίνει ένα περίεργο στυλ σε αυτό το χαμόγελο. Μου φέρνει στο μυαλό κάποιο παιδί που είναι στο στάδιο όπου τα παιδικά του δόντια χάνονται και τα κανονικά του δεν έχουν ξεκινήσει να φυτρώνουν ακόμη.
Ανακαλύπτω μέσα μου πως δεν μου αρέσει αυτό το χαμόγελο. Το βρίσκω υπερβολικά προσποιητό.
«Πράγματι σου το δίνω πολύ φτηνά, αλλά βιάζομαι να φύγω από αυτό τον αναθεματισμένο τόπο και να επιστρέψω στα μέρη μου», είπε, σχεδόν σα να διάβασε τις σκέψεις μου.
Το χαμόγελο δεν εγκατέλειψε το πρόσωπό του. Εξακολουθώ να θεωρώ αυτό το χαμόγελο περίεργο, αλλά τα λεγόμενά του έχουν μια λογική. Ούτε εγώ θα ήθελα να μείνω παραπάνω από όσο χρειάζεται στην Αθήνα. Έχω γεννηθεί και μεγαλώσει στην επαρχία και βρίσκω την Αθήνα μουντή και απρόσωπη. Μια τεράστια μηχανή, που αν σε αρπάξει στα γρανάζια της, σε απορροφάει. Κι όταν το κάνει αυτό, σου στερεί την ατομικότητα και σε κάνει ένα ακόμη μέρος του πλήθους των πολλών εκατομμυρίων που είναι οι κάτοικοί της. Γίνεσαι ένας ακόμη ανώνυμος μέσα σε μια τεράστια ποσότητα ανώνυμων.
Όπως και να έχει, το πήρα απόφαση. Βρίσκω το πορτοφόλι μου, βγάζω από μέσα ένα νόμισμα των δυο ευρώ και το δίνω στον πωλητή. Με το που το παίρνει, σταματάει να χαμογελάει προσωρινά, μέχρι να βάλει το νόμισμα στην δεξιά του τσέπη. Ύστερα χαμογελάει ξανά.
«Φόρεσέ το», με προτρέπει. Είναι πολύ περίεργος άνθρωπος τελικά. Αλλά ευτυχώς, σκέφτομαι πως σε λίγο θα τον ξεφορτωθώ. Βρίσκω πως με παρηγορεί αυτή η σκέψη. Το φοράω γύρω από το λαιμό μου. Τον κοιτάζω ξανά στο πρόσωπο και βλέπω μια φευγαλέα λάμψη στα μάτια του. Η λάμψη έμεινε για μια στιγμή κι εξαφανίστηκε πριν καν προλάβω να σιγουρευτώ πως υπήρχε.
Έχω αρχίσει πια να νιώθω πολύ δυσάρεστα κοντά σε αυτό το πρόσωπο. Νιώθω έντονα την ανάγκη να απομακρυνθώ από αυτόν. Όσο το δυνατόν γρηγορότερα, να πάψω να τον αντικρίζω άλλο.
«Αύριο, η μέρα είναι Κυριακή. Θα με θυμηθείς τότε», είπε ο πωλητής. Δεν θέλω να ακούσω οτιδήποτε άλλο. Του γυρίζω την πλάτη και συνεχίζω να ανεβαίνω την οδό Ερμού, με κατεύθυνση την πλατεία Συντάγματος.
Έκανα μόλις δέκα βήματα, όταν κάτι με ωθεί να κοιτάξω πίσω μου. Διαπιστώνω πως ο περίεργος αυτός τύπος ήταν άφαντος. Επιστρέφω λίγα μέτρα πίσω, μέχρι τη διασταύρωση, και κοιτάζω τριγύρω. Η κίνηση έχει αρχίσει να αραιώνει λόγω της περασμένης ώρας, ο κόσμος που περνάει εκείνη τη στιγμή από το σημείο δεν είναι πολύς. Παρ’ όλα αυτά, ο πωλητής έχει εξαφανιστεί.
Ανασηκώνω τους ώμους. Γιατί να με ενδιαφέρει το τι απέγινε; Το καλό είναι πως ησύχασα από αυτόν. Βγάζω το φυλακτό από τον λαιμό μου και το βάζω στην τσέπη μου. Τουλάχιστον η περίεργη αυτή συνάντηση είχε ένα μικρό κέρδος, αυτό το όμορφο αντικείμενο. Ακόμη και που δεν πιστεύω τα παραμύθια του πως αυτό το μικρό αντικείμενο θα αλλάξει τη ζωή μου στην πραγματικότητα. Ύστερα γυρίζω ξανά προς την πλατεία Συντάγματος και ξεκινώ να περπατώ.