Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012

"Ο Φύλακας και η Σκιά"



Άλλη μια όμορφη μέρα τελείωσε, σκέφτηκε ο Ζαν – Πιέρ κι άφησε το βιβλίο του στην αιώρα που στόλιζε τα τελευταία χρόνια τη βεράντα του. Από τη στιγμή που την τοποθέτησε, εκείνη ήταν η θέση όπου συνήθιζε να περνάει πολλά από τα καλοκαιρινά του απογεύματα διαβάζοντας. Ο ήλιος είχε δύσει εδώ και ώρες, αλλά τη σκυτάλη του φωτισμού είχαν πάρει τα ηλεκτρικά φώτα και το διάβασμα είχε συνεχιστεί κανονικά. Ήταν υπερβολικά συνεπαρμένος από το βιβλίο που είχε ξεκινήσει να διαβάζει την προηγούμενη μέρα, ένα μυθιστόρημα τρόμου από έναν νέο και σχετικά άγνωστο συγγραφέα. Αλλά τώρα ένιωθε πως έπρεπε να σταματήσει, τα μάτια του τον πονούσαν από την πολύωρη ανάγνωση.
Κι αύριο μέρα είναι. Δεν χρειάζεται να το διαβάσω ολόκληρο απόψε, σκέφτηκε, κι άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί μακριά από την κατοικία του. Ήταν μια όμορφη, αίθρια νύχτα του Ιουλίου. Τα αστέρια συναγωνίζονταν σε λαμπρότητα τα φώτα του κοντινού Χάλιφαξ, της πρωτεύουσας της Νέας Σκωτίας, της χερσονήσου στην ανατολική ακτή του Καναδά. Ζούσε σε ένα προάστιο της πρωτεύουσας όλη του τη ζωή, ασκώντας το επάγγελμα του παθολόγου ιατρού. Εκτός από τα χρόνια που είχε περάσει φοιτώντας στο πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ, σχεδόν όλα τα χρόνια της ζωής του τα είχε ζήσει στο Χάλιφαξ και δεν σκόπευε να το αλλάξει αυτό. Ούτως ή άλλως, πίστευε πως ήταν πολύ μεγάλος πια για να ξεκινήσει μια νέα ζωή σε κάποιο διαφορετικό μέρος του κόσμου.
Κοίταξε το ρολόι του κι είδε πως η ώρα ήταν ένδεκα παρά τέταρτο. Ήταν η ώρα κατά την οποία συνήθιζε να πίνει μια κούπα ζεστό γάλα και να ηρεμεί πριν ξαπλώσει. Με νωχελικά βήματα μπήκε στο σπίτι του, μια μικρή ξύλινη μονοκατοικία από αυτές που ήταν συνηθισμένες σε εκείνη την πλευρά του κόσμου. Πήγε στην κουζίνα του, έβγαλε γάλα από ένα κουτί που είχε στο ψυγείο, και το έβαλε στο μάτι της κουζίνας να ζεσταθεί. Εκείνο το βράδυ ήταν μόνος του. Η σύζυγός του είχε τελειώσει με τις εργασίες του σπιτιού και πήγε να παίξει χαρτιά με τις φίλες της. Κάθε φορά που ορίζονταν συνάντηση της «χαρτοπαικτικής λέσχης κυριών», όπως τις χαρακτήριζε αστειευόμενος, συνήθιζε να επιστρέφει αργά το βράδυ. Ειδικά εκείνες τις ημέρες που είχε άδεια από τη δουλειά της, το πιο πιθανό ήταν πως θα επέστρεφε τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας.
Ο Ζαν – Πιέρ αντίθετα, δεν συγκινούνταν από τέτοιου είδους διασκεδάσεις. Θεωρούσε προτιμότερο να κοιμηθεί και να ξυπνήσει νωρίς. Με αυτό τον τρόπο θα προλάβαινε την ανατολή του ηλίου την ώρα που πήγαινε για την πρωινή του προπόνηση στο τρέξιμο, και θα συνέχιζε να εκπληρώνει άξια τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί.
Ετοίμασε το γάλα του, το άδειασε σε μια κούπα και το ήπιε αργά, απολαμβάνοντας την κάθε γουλιά που κυλούσε στο λαιμό του. Αν κι ήταν αρκετά ευκατάστατος, δεν είχε ανάγκη μεγάλες πολυτέλειες και πολλές ανέσεις. Αντίθετα, ένιωθε καλυμμένος με αυτές τις απλές, μικρές απολαύσεις της ζωής. Όταν ήπιε και την τελευταία σταγόνα από το ρόφημα, βούρτσισε τα δόντια του. Στη συνέχεια έσβησε τα φώτα, αφήνοντας αναμμένα μόνο μερικά αρωματικά κεράκια στο τραπέζι της κουζίνας. Σκόπευε να καθίσει για μερικά λεπτά στην πολυθρόνα του με το φως των κεριών ώστε να χαλαρώσει το μυαλό του, κι ύστερα θα τα έσβηνε κι αυτά. Η μέρα του θα τελείωνε με τη βραδινή του προσευχή πριν να πέσει να κοιμηθεί.
Μόλις είχε καθίσει στην πολυθρόνα, όταν τα κεράκια έσβησαν μόνα τους σχεδόν ταυτόχρονα. Ο Ζαν - Πιέρ σηκώθηκε πάλι νιώθοντας περιέργεια για το πώς έγινε αυτό. Κλάσματα του δευτερολέπτου αργότερα, τινάχθηκε και βρέθηκε στον τοίχο του σαλονιού του, σπρωγμένος από μια μεγάλη δύναμη. Προσπάθησε να μετακινήσει τα χέρια ή τα πόδια του, αλλά αυτή η δύναμη τον κρατούσε ακίνητο. Αργά, μπροστά του άρχισε να σχηματίζεται μια περιοχή σκοτεινιάς. Ακόμα και στο σκοτάδι της νύχτας, με κάποιον τρόπο η σκοτεινιά που σχηματίζονταν μπροστά του ξεχώριζε, ακόμα πιο μαύρη από το περιβάλλον της.
Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, το σχήμα της σκοτεινιάς είχε σχηματιστεί πλήρως κι ήταν αμυδρά ανθρωπόμορφο. Ο τρομοκρατημένος Ζαν – Πιέρ είχε την εντύπωση πως είχαν περάσει ώρες από τη στιγμή που εκσφενδονίστηκε στον τοίχο του σπιτιού του.
«Φύλακα, που έχεις το Βιβλίο;» άκουσε τη σκιά να λέει. Ή, πιο σωστά, δεν την άκουσε ακριβώς, αλλά με άγνωστο τρόπο ένιωσε τα λόγια της μέσα στο μυαλό του.
Μια Σκιά του Ερέβους, σκέφτηκε ο Ζαν – Πιέρ, ενώ ο τρόμος που ένιωθε γιγαντώθηκε. Είναι εδώ, μπροστά μου, αυτή τη στιγμή! Και αναζητεί το Βιβλίο! Ήξερε φυσικά για την ύπαρξη αυτών των όντων, είχε διαβάσει πολλά σχετικά με αυτά. Τώρα όμως που την έβλεπε μπροστά του και την άκουγε μέσα στο μυαλό του, φάνταζε ακόμα πιο τρομαχτική από οτιδήποτε μπορούσε να φανταστεί.
«Θα μου πεις αυτό που θέλω να μάθω. Στο χέρι σου είναι το πώς θα γίνει αυτό, ανώδυνα ή επώδυνα. Πάρα πολύ επώδυνα», είπε η Σκιά και πλησίασε ακόμη περισσότερο τον άνδρα.
Ο Ζαν - Πιέρ πάλευε να αντισταθεί αλλά μάταια. Δεν ήταν δεμένος, αλλά η δύναμη που τον κρατούσε ακινητοποιημένο έδειχνε πιο ισχυρή και από τα πιο ανθεκτικά υλικά δεσμά. Δε μπορούσε να κινηθεί ούτε στο ελάχιστο. Ακόμη και η αναπνοή του έρχονταν με μεγάλη δυσκολία. Ήταν σα να είχε αφήσει η Σκιά αυτή την ελάχιστη δυνατότητα κίνησης, ώστε να τον βασανίσει ακόμα και για την κάθε ανάσα που έπαιρνε. Μόνο τα μάτια του κινούνταν ελεύθερα, αλλά δεν μπορούσε να απομακρύνει το βλέμμα του από τη σκοτεινιά που απλώνονταν μπροστά του.
«Βλέπω πως δεν θέλεις να τελειώσουμε ανώδυνα», συνέχισε η Σκιά. «Τόσο το καλύτερο. Σε λίγη ώρα θα εύχεσαι για τη λύτρωση του θανάτου».
Ο Ζαν - Πιέρ ένιωσε ένα πρωτόγνωρο πόνο, λες και χιλιάδες καρφιά τρύπησαν με μιας το κορμί του. Προσπάθησε να ουρλιάξει αλλά ήχος δε βγήκε από μέσα του. Το αίσθημα αυτό έμεινε για λίγο και μετά εξαφανίστηκε τόσο απότομα όσο είχε εμφανιστεί.
Στον άνδρα όμως, ακόμη κι αυτό το λίγο χρονικό διάστημα φάνηκε σαν μια αιωνιότητα.
«Αυτό είναι ένα μικρό δείγμα από το τι θα σου κάνω. Απάντησε μου σε αυτό που σε ρώτησα και δεν θα πονέσεις άλλο».
Ο Ζαν - Πιέρ ένιωθε πανικό. Πίστευε ότι ολόκληρες δεκαετίες σωματικής και νοητικής εκπαίδευσης θα τον είχαν προετοιμάσει αρκετά καλά ώστε να μπορεί να αντισταθεί στη Σκιά. Τώρα έβλεπε πως ήταν ανίσχυρος μπροστά της, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κρατήσει τη σιωπή του όσο μπορούσε και να μην αποκαλύψει το μυστικό. Η Σκιά δεν έπρεπε με τίποτε να μάθει το μέρος όπου φυλούσε το Βιβλίο.
Και, προς τιμήν του, κατάφερε και κράτησε τη σιωπή του, παρά τον ανείπωτο πόνο στον οποίο τον υπέβαλλε η Σκιά για τα επόμενα λεπτά της ώρας.
«Βλέπω πως είσαι καλά εκπαιδευμένος», άκουσε τελικά τη Σκιά να λέει. «Ακριβώς όπως περίμενα. Αλλά ακόμη κι έτσι δεν μπορείς να με εμποδίσεις να πάρω αυτά που θέλω».
Ο Ζαν - Πιέρ ένιωσε κύματα ενέργειας να επιτίθενται στο μυαλό του, καθώς η Σκιά άρχισε να εισβάλλει στις σκέψεις του. μέσα στο μυαλό του άρχισε να βλέπει φρικτές εικόνες. Είδε τη Σκιά να ακινητοποιεί τη σύζυγό του. Άκουσε την αγαπημένη του να ουρλιάζει καθώς βίωνε αυτά τα οποία μόλις είχε υποστεί κι ο ίδιος. Την ένιωσε να ηρεμεί προσωρινά και μετά να αρχίζει πάλι, καθώς τα βασανιστήρια ξανάρχιζαν, με ακόμη μεγαλύτερη ένταση.
Είχε εκπαιδευθεί σε νοητικές ασκήσεις ώστε να προβάλλει αντίσταση και σε αυτή την επίθεση, αλλά το σώμα και το πνεύμα του ήταν ήδη εξουθενωμένα από τα προηγούμενα μαρτύρια. Ο πόνος του να βλέπει το αγαπημένο του πρόσωπο να υποφέρει του δημιούργησε μια στιγμιαία σύγχυση. Αυτό το μικρό χρονικό διάστημα μέχρι να θωρακίσει ξανά τις σκέψεις του, ήταν αρκετό για τη Σκιά ώστε να μάθει αυτό που ήθελε.
Με έναν ήχο που έμοιαζε με ειρωνικό γέλιο, η Σκιά έφυγε από μπροστά του και κατευθύνθηκε προς το μέρος όπου φυλάσσονταν το Βιβλίο. Αυτό ήταν το αντικείμενο, για την προστασία του οποίου είχε υποστεί όλο εκείνο τον πόνο. Άκουσε έναν ήχο σαν κάτι να λιώνει. Κατάλαβε πως όλα τελείωσαν. Η αγωνία που πέρασε είχε αποβεί άκαρπη. Σύντομα ένιωσε ξανά τη Σκιά να τον πλησιάζει.
«Απόψε το δικό σου κι όλα τα υπόλοιπα Βιβλία θα καταστραφούν ή είναι ήδη κατεστραμμένα. Όσοι γνωρίζουν την ύπαρξή τους δε θα ξαναδούν το φως του ήλιου. Η τελευταία γραμμή άμυνας έπεσε και πια τίποτα δε θα μας σταματήσει. Ας είναι αυτές οι τελευταίες σου σκέψεις καθώς θα πεθαίνεις», του είπε η Σκιά.
Ο Ζαν - Πιέρ ένιωσε έναν πόνο βαθιά μέσα στο στήθος του, σαν κάτι να καρφώνονταν με δύναμη στην καρδιά του και να την εμποδίζει να χτυπάει. Εκείνη τη στιγμή, αναλογίστηκε την φρίκη που θα περίμενε τον κόσμο αν τα λόγια της Σκιάς ήταν ειλικρινή. Όλα τα Βιβλία κατεστραμμένα κι όλοι οι Φύλακες νεκροί! Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, ο κόσμος θα ήταν καταδικασμένος.
Από τις σκέψεις του πέρασε αυτό που κατάφερε να κρύψει από τη νοητική επίθεση της Σκιάς. Υπήρχε ένα ακόμη Βιβλίο. Ήταν το μόνο στο οποίο δεν είχε ανατεθεί Φύλακας, και μόνο αυτός κι ελάχιστοι άλλοι ήξεραν που είναι κρυμμένο. Καθώς ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει όλο και πιο αργά και τη ζωή του να τελειώνει, ήλπισε πως κι οι υπόλοιποι θα είχαν καταφέρει να κρατήσουν την ύπαρξη του τελευταίου Βιβλίου μυστική από τις Σκιές. Ίσως  κάποιος από τους άλλους να είχε αφήσει ενδείξεις για το πως θα βρεθεί. Αυτός είχε καταφέρει να κάνει μόνο το ένα από τα δυο.
Μοναδική ελπίδα του κόσμου είναι, να υπάρξουν ίχνη και κάποιος να τα βρει και να τα ακολουθήσει, σκέφτηκε.
Κι ύστερα, οι σκέψεις του έσβησαν και βυθίστηκε στο αιώνιο σκοτάδι του θανάτου.

Σε ένα μέρος μακριά από το σπίτι του νεκρού πλέον Φύλακα, ένας δεύτερος άντρας άνοιξε τα μάτια του. Άφησε να περάσουν μερικά δευτερόλεπτα για να επανέλθουν οι σκέψεις του στο περιβάλλον, κι επέτρεψε σε ένα θριαμβευτικό χαμόγελο να απλωθεί στο πρόσωπό του. Η αποστολή του είχε ολοκληρωθεί και μάλιστα ευκολότερα από όσο θα είχε τολμήσει να ελπίσει. Τα εργαλεία που τους είχαν δοθεί ήταν τόσο ανίκητα, που ακόμα κι οι παντοδύναμοι Φύλακες φαίνονταν ανίσχυροι μπροστά τους.
Ο άνδρας ήξερε πως εκείνη την ώρα, η ίδια σκηνή επαναλαμβάνονταν σε ογδόντα έξι ακόμα σημεία ανά τον κόσμο. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα από τώρα, όλοι οι Φύλακες κι όλα τα αντίγραφα του Βιβλίου που υπήρχαν θα έβρισκαν το ίδιο τέλος. Το πιο πιθανό είναι πως το είχανε βρει ήδη. Το σημαντικότερο εμπόδιο στην έλευση της Νέας Τάξης θα έπαυε να υπάρχει με ένα και μόνο χτύπημα.
Ήταν καθισμένος σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Ο ελάχιστος φωτισμός του χώρου προέρχονταν από λίγα κεριά χρώματος κόκκινου, τόσο σκοτεινού ώστε να ξεχωρίζει ελάχιστα από μαύρο. Η Αδελφότητα απαιτούσε το χρώμα των κεριών να είναι πάντα σκοτεινό κόκκινο.
Ένα άρωμα από σανδαλόξυλο ήταν διακριτικά διάχυτο στο δωμάτιο. Του άρεσε το συγκεκριμένο άρωμα και θεωρούσε πως του παρείχε αυξημένη ενεργητικότητα και εγρήγορση. Κι ήταν άρωμα από πραγματικό σανδαλόξυλο που ήταν δύσκολο να βρεθεί. Αυτό το φυτό είναι είδος υπό προστασία και συνήθως κυκλοφορούν στη θέση του αρώματα από παρεμφερή είδη. Για την Αδελφότητα όμως, τίποτα δεν φαίνονταν να είναι δύσκολο.
Σηκώθηκε, νιώθοντας ξαφνικά ότι στέκονταν ακίνητος για πολύ ώρα και περπάτησε λίγο ώστε να ξεμουδιάσει τους μύες του. Αφού έγινε αυτό, στη συνέχεια άναψε το ηλεκτρικό φως στο δωμάτιο κι έσβησε τα κεριά. Το δωμάτιο φωτίστηκε ελάχιστα μιας κι οι τοίχοι ήταν βαμμένοι στο ίδιο σκοτεινό κόκκινο χρώμα που είχαν και τα κεριά. Ήταν μια ακόμα απαίτηση, να υπάρχει στο σπίτι κάθε Αδελφού ένα δωμάτιο βαμμένο με τέτοιο χρώμα.
Άνοιξε την πόρτα, βγήκε από το δωμάτιο και πήγε στο γραφείο του όπου είχε τον υπολογιστή του, νιώθοντας παντού τη μυρωδιά του σανδαλόξυλου να τον ακολουθεί. Είχε ακόμη μια δουλειά να κάνει. Ενεργοποίησε τον  υπολογιστή και ξεκίνησε να γράφει το ηλεκτρονικό μήνυμα που του είχε ζητηθεί. Ως παραλήπτη έγραψε την ηλεκτρονική διεύθυνση του αρχηγού της Αδελφότητας, τον έλληνα τον οποίο ήξερε μόνο με το μικρό του όνομα, Μιχαήλ.
Αφού τελείωσε τη συγγραφή του email και το έστειλε, άρχισε να σκέφτεται ξανά την ευκολία με την οποία εκτέλεσε το έργο που του είχε ανατεθεί. Ακόμη και αυτό που θεωρούσαν ως το μεγαλύτερό τους εμπόδιο δεν κατάφερε να προβάλλει την παραμικρή αντίσταση. Ο δρόμος προς την τελική επικράτηση ήταν πια ελεύθερος.
Πολύ σύντομα, όταν η Νέα Τάξη θα ήταν γεγονός, αυτός κι οι Αδελφοί του θα είναι οι πρίγκιπες, κορυφαίοι ανάμεσα στους ανθρώπους. Έστω, στους λιγοστούς ανθρώπους που θα έχουν απομείνει ζωντανοί. Έχοντας αυτές τις σκέψεις στο μυαλό του, περπάτησε με αργά βήματα ως το υπνοδωμάτιο του, ξάπλωσε στο κρεβάτι του κι αποκοιμήθηκε.

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

"Dreaming of a red sun" by Vasilis Xythalis



I think that I should start walking more regularly, thought Dimitris, as he paused one more time to regain his breath.
He was walking along a path on a mountain, overlooking the city where he has been living for the past five years. He had traveled this particular route on foot for dozens of times, but even after all these hikes he still enjoyed the scenery that was now before his eyes. He stopped for a while and regarded  the city that was located low and to his right and the plains that stretched up to the foot of another series of hills, a few kilometers away.
It’s definitely not the most amazing scenery I’ve seen, but walking up here are some of the best moments of my week, he thought. He removed the backpack he was wearing, took out a plastic bottle of water and drank a long sip. He replaced the bottle in the backpack, put it on his back and started walking up the path again. His heavy breathing had stopped and his heart rate had returned to normal.
The sun was high in the sky, so he estimated that the time was eleven – thirty in the morning. This meant that he had been hiking for approximately two hours. He didn’t know the exact duration, since he didn’t carry a watch or a cell phone with him in his walks. He believed that part of the escape process was not to bring any electronic devices along. In the last months, he felt like he constantly needed an escape from everyday life. He wanted to get far away from the stress, pollution and noise that is part of living in a city during the summertime. Even if one lived in a relatively small town, like he did.
The muscles of his legs were getting pleasantly heavy with fatigue, but still felt like he had enough endurance to keep walking for many more hours. He was wearing the clothes he ordinarily wore in his mountain walks, khaki shorts, a white t – shirt and sport shoes. The air temperature was high and he was sweating heavily. He paused to drink another sip of his water, then kept on walking.
A short while later, he reached a junction and stopped. The path that continued straight ahead, would take him to a nearby village after twenty minutes. From there, he would start the walk back to the city. The return trip would take less time, since most of the way would be downhill. If he took the path that broke off to his right, after half an hour he would arrive to the ruins of an ancient temple dedicated to Zeus. The construction of that temple was never completed. He didn’t remember the exact dates of the beginning and the stopping of its construction. It was located on the top of a small hill, and many centuries later, a small Christian temple was built near it. It was white and located under a grove of pine trees. Even in the hottest summer days, their shade provided a coolness that was welcomed by anyone who happened to pass by. It was one of the nicest spots in the area and Dimitris had gone there many times.
A wonderful combination of natural landscape, ancient Greek and orthodox Christian beauty, he thought.
If he followed that path, he would return to the city from another route and the trip would be much shorter. He decided to visit the ruins of the ancient temple. He had already walked far and still had a lot of distance to cover.
He had walked but a few meters along the path, when he heard the  distant sound of sheep bells. That’s just what I need right now, to come across a sheepdog and have it chase me, he thought, his calmness fading and being replaced by a slight annoyance. This had happened to him a couple of years ago, at the same place. He had to run away and luckily he managed to put enough distance between him and the flock, so that the dog lost interest in him and returned to its duty of guarding.
At that time, he was in much better physical condition than he was now. Even though he was only thirty one years old, he neglected to train. He knew the benefits of regular exercise, but always came up with one excuse or another to deny himself a proper training schedule. Last year, he started an effort to improve himself, training intensively in the city’s soccer stadium and in a gym. Then came an injury in February. While playing soccer with a group of teenagers from his neighborhood, he pulled a muscle on the calf of his right leg. The injury was slight but it proved enough to make him stopped his effort. He resumed an easy regimen of long walks and an occasional basketball or soccer game with the aforementioned group of teenagers.
I should start training in running again though, the belly is getting big again and easy regimens won’t work, he thought and immediately smiled. It was fun taking it easy. As long as he was able to walk for hours at a time, he would be fine. He would be free from risks of pulled muscles or other injuries, and he passed the most enjoyable moments of his week.
He covered some more distance along the path and after a steep turn he felt a great relief. The flock of sheep was in front of him but there was no sign of a dog anywhere. At least, this time he wouldn’t have to run. He paused for a while and looked at the flock. It was in the middle of July, the weather was dry and hot, and there were few plants available for the flock to graze. One of the sheep, relatively small and lean, was higher than the rest of the flock. It had its head down and was picking at a bush which also suffered from the heat and the lack of water. There was no shepherd in sight, but the lack of a sheepdog suggested that the shepherd – or   shepherds – were nearby.
He lost interest in the animals and let his sight wander around the scenery. He was high up in the hills and he had lost sight of the city, a few turns back. The city odor, which is so normal to the city dwellers that they don’t notice it any more, was replaced by something else. A scent of nature and herbs that urged you to go look for them, pick them up and take them with you as you descended back to everyday life.
One thing is for certain, a poet or a writer would find great inspiration for his future works up here, he thought. He closed his eyes and inhaled deeply, so as to bring as much of nature’s scent inside of him as he could, and take it back with him.
As he had his eyes closed, he felt a darkness spread. It was as if a small cloud had temporarily covered the natural light. Normally he wouldn’t mind, but along the sudden darkness he felt a feeling he couldn’t exactly define. It was like a great and inescapable danger was nearby. He opened his eyes again. His attention was immediately drawn to the sun. There was no cloud that had caused the darkness, but the sun itself had grown darker and its color had changed. Even though it was close to noon time, the sun appeared dark and red. Not red as in all the sunsets he had seen, but red in a frightening way. Its color appeared almost like…
like blood, he realized with a sudden horror.
A lightning struck close by, and Dimitris concluded that it had fallen close to the ancient ruins. It was followed by a second one, a few seconds later. It looked and sounded like normal lightning and thunder, but there were no clouds in the sky. Dimitris paused and considered this mysterious phenomenon, more with a feeling of curiosity than of fear. Then, he noticed a small sphere land suddenly and without a sound, next to the sheep that had wondered away from the flock. The sheep bleated but didn’t run away, it just stayed and looked at the sphere. The sphere had a diameter of about twenty centimeters and its surface was uneven. It appeared red, but then again, everything else appeared this way because of the sun’s color. The sphere started shaking violently and after a few seconds its diameter had increased to at least thirty centimeters.
A second and then a third and a fourth sphere landed, and these fell close to Dimitris. The fear he felt earlier started spreading inside him. He turned around and started walking with a fast pace, back towards the city. He had only walked a few strides when he heard a second bleat, and this one was very different from the first.
He turned and the sight he saw made his blood run cold. The first sphere had unrolled and had uncovered a creature unlike anything Dimitris had heard of. It was shaped like a cylinder, its body was about half a meter long, and it was standing on eight little legs. This creature had attacked the sheep and in the short time when he wasn’t looking, had already inflicted great wounds in the sheep’s throat and side. The sheep bleated weakly one last time and then fell dead on the ground.
Dimitris looked at the rest of the spheres and saw that they too had started shaking and growing. He decide that he had seen enough. He turned towards the city again and started running. A new sphere fell in front of him, and he stepped on it without pausing his running. The creature made an unearthly shriek, a spray of viscous liquid stained his shoes and legs, and the creature lay still. Dimitris didn’t look at it again, but rather he kept on running.
He ran along a turn of the path and then he stopped. He saw dozens of the creatures in front of him and more spheres were constantly falling. Behind him, more had fallen after the first. Dozens of pairs of red eyes turned and looked at him, shining as if they had a light of their own. Their look was full of malice. They all started approaching him, each moving quickly on its eight little legs. There was no place for him to run, no chance of escape. The one closest to him opened its mouth and showed a series of sharp teeth that appeared disproportionally large to its size. It shrieked and attacked. Dimitris screamed as he felt the teeth sinking into his feet…
…and sat up on his bed, screaming and sweating. He looked around in panic for a few seconds and then he calmed down. The only thing he could see were the indicators of the clock next to him, shining with a soft blue glow. The time was 3:49 AM, Monday morning. The city was sleeping peacefully, regaining its strength for the new week that was about to begin. Everything was as it should be.
It was just a nightmare, he thought with relief and fell back on his bed, lying on his back.
And then, like a residue from his dream, or as if a thought suggested to his mind from the dream, he heard or thought he heard:
“We’re coming and you can’t stop us…”

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

"Το όνειρο με τον κόκκινο ήλιο"



Μάλλον θα πρέπει να ξεκινήσω να περπατάω πιο συχνά, σκέφτηκε ο Δημήτρης, καθώς έκανε μια ακόμη σύντομη στάση ώστε να ξαναβρεί την ανάσα του.
Ανέβαινε στα μονοπάτια του βουνού πάνω από την πόλη, όπου ζούσε τα τελευταία πέντε χρόνια. Είχε περπατήσει τη συγκεκριμένη διαδρομή δεκάδες φορές, αλλά ακόμη και μετά από τόσες επαναλήψεις, δεν έπαυε να ευχαριστιέται την εικόνα που ξεδιπλώνονταν μπροστά του. Στάθηκε και αγνάντευσε για λίγο το αστικό τοπίο χαμηλά στα δεξιά του και την πεδιάδα που έφτανε μέχρι τους πρόποδες των απέναντι λόφων, μερικά χιλιόμετρα παραπέρα.
Δεν είναι και το πιο μαγικό τοπίο του κόσμου, σίγουρα, αλλά περπατώντας εδώ πάνω περνώ μερικές από τις καλύτερες στιγμές της εβδομάδας μου, σκέφτηκε. Κατέβασε από την πλάτη του το σακίδιο που κουβαλούσε, έβγαλε το πλαστικό μπουκάλι νερού και ήπιε μια μεγάλη γουλιά. Αφού έβαλε το μπουκάλι ξανά στο σάκο και τον φόρτωσε στην πλάτη του, ξεκίνησε πάλι να ανεβαίνει την ανηφόρα. Το λαχάνιασμα είχε σταματήσει και οι σφυγμοί του είχαν επανέλθει σε φυσιολογικούς ρυθμούς.
Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά, άρα υπολόγιζε πως η ώρα θα ήταν γύρω στις έντεκα και μισή. Αυτό σήμαινε, πως η πεζοπορία του είχε διαρκέσει ήδη γύρω στις δυο ώρες. Δεν ήξερε ακριβώς πόση ώρα περπατούσε, αφού σε αυτούς τους περιπάτους του δεν έπαιρνε ποτέ ρολόι ή κινητό τηλέφωνο. Θεωρούσε πως το να μην παίρνει μαζί του ηλεκτρονικές συσκευές, είναι κι αυτό μέρος της διαδικασίας της απόδρασης. Και τον τελευταίο καιρό, αυτό που ένιωθε πως χρειαζόταν, ήταν μια συνεχής απόδραση από τα καθημερινά, τα συνηθισμένα. Ήθελε να φεύγει μακριά από το άγχος, τη μόλυνση και τη φασαρία, αναπόσπαστα κομμάτια μιας πόλης τις καλοκαιρινές μέρες, ακόμα και της μικρής επαρχιακής στην οποία διέμενε.
Οι μύες των ποδιών του βάραιναν ευχάριστα από το περπάτημα, αλλά εκείνος ένιωθε πως είχε αρκετή δύναμη να προχωρήσει για ώρες ακόμη. Φορούσε τα συνηθισμένα του ρούχα για τους ορεινούς, καλοκαιρινούς του περιπάτους, χακί κοντό παντελόνι, άσπρη κοντομάνικη μπλούζα κι αθλητικά παπούτσια. Η θερμοκρασία ήταν ήδη αρκετά ανεβασμένη και είχε πλημμυρίσει από ιδρώτα. Κοντοστάθηκε και ήπιε άλλη μια απολαυστικά δροσερή γουλιά από το νερό του. Αμέσως συνέχισε να προχωράει κατά μήκος του μονοπατιού που ελίσσονταν σαν φίδι, ανηφορίζοντας την πλαγιά.
Λίγη ώρα αργότερα, κατέληξε σε μια διακλάδωση. Το μονοπάτι που συνέχιζε ευθεία, ύστερα από είκοσι λεπτά περπάτημα θα τον οδηγούσε σε ένα γειτονικό χωριό. Από εκεί θα μπορούσε να ακολουθήσει το δρόμο που θα τον έφερνε πίσω στην πόλη. Η επιστροφή θα απαιτούσε λιγότερο χρόνο, μιας και τώρα η διαδρομή θα ήταν κατηφορική. Τα ερείπια ενός αρχαίου ναού αφιερωμένου στον Δία τον περίμεναν μισή ώρα αργότερα, αν επέλεγε το δεύτερο μονοπάτι που ξεκινούσε προς τα δεξιά του. Ο ναός ξεκίνησε να χτίζεται αλλά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ και ο Δημήτρης δεν θυμόταν ακριβώς τις χρονολογίες της έναρξης και της διακοπής της κατασκευής του. Η τοποθεσία του ήταν στην κορυφή ενός λόφου. Σε κοντινή απόσταση, πολλούς αιώνες αργότερα, είχε χτιστεί ένα ξωκλήσι. Ένας μικρός ναός βαμμένος στο άσπρο, υπό τη σκιά μιας συστάδας πεύκων. Ακόμη και την πιο ζεστή μέρα του καλοκαιριού, η σκιά των δένδρων μαζί με την αύρα που ήταν συνηθισμένη σε εκείνο το σημείο, παρείχαν άνετη δροσιά στον περιπατητή που θα έφτανε μέχρι εκεί. Ήταν από τα πιο όμορφα σημεία της περιοχής κι ο Δημήτρης είχε περπατήσει αρκετές φορές μέχρι εκεί.
Ένας υπέροχος συνδυασμός φυσικού τοπίου, αρχαίας ελληνικής και ορθόδοξης χριστιανικής ομορφιάς, σκέφτηκε.
Αν ακολουθούσε εκείνη τη διαδρομή, θα επέστρεφε από διαφορετικό δρόμο και θα ήταν πίσω στο σπίτι του σε λιγότερο χρόνο. Αποφάσισε να στρίψει προς τα ερείπια του αρχαίου ναού. Ήδη είχε περπατήσει αρκετά και είχε μεγάλη απόσταση να καλύψει ακόμη.
Είχε περπατήσει μερικά μέτρα μόνο, όταν από κάπου μακριά έφτασε στα αυτιά του ο ήχος από βελάσματα. Αυτό μου έλειπε τώρα, να βρεθεί μπροστά μου ένα τσοπανόσκυλο και να αρχίσει να με κυνηγάει, σκέφτηκε νιώθοντας την ψυχική του γαλήνη να χάνεται και να αντικαθίσταται από έναν ελαφρύ εκνευρισμό. Αυτό του είχε συμβεί στο ίδιο περίπου σημείο δυο χρόνια νωρίτερα. Ευτυχώς που τότε πρόλαβε κι απομακρύνθηκε αρκετά από το κοπάδι, ώστε το σκυλί να χάσει το ενδιαφέρον του και να επιστρέψει στη φύλαξή του.
Τότε βέβαια είχε καλύτερη φυσική κατάσταση από ότι τώρα. Αν και δεν ήταν πολύ μεγάλος, μόλις τριάντα ενός χρονών, συχνά αμελούσε να αθλείται. Ήξερε πόσο καλή για την υγεία είναι η συχνή αερόβια προπόνηση, αλλά έβρισκε διάφορες δικαιολογίες να μην ασχολείται τακτικά. Είχε ξεκινήσει προσπάθεια την περασμένη χρονιά να βελτιωθεί, με εντατικές προπονήσεις σε γυμναστήριο και γήπεδο. Ήρθε όμως ένας τραυματισμός τον Φεβρουάριο, μερικούς μήνες νωρίτερα. Ενώ έπαιζε ποδόσφαιρο με μια παρέα εφήβων της γειτονιάς του, έπαθε ένα τράβηγμα στη γάμπα του δεξιού ποδιού του. Το τραύμα ήταν ελαφρύ αλλά αρκούσε να του περάσει η διάθεση για βελτίωση στο τρέξιμο. Έτσι, επανήλθε στους χαλαρούς περιπάτους στο βουνό και σε παιχνίδια μπάσκετ ή ποδοσφαίρου, με την προαναφερθείσα παρέα εφήβων.
Θα ξεκινήσω τρέξιμο πάλι κάποια στιγμή όμως, η κοιλιά αρχίζει και μεγαλώνει πάλι και χωρίς λίγη κούραση δεν θα έχουμε κανένα αποτέλεσμα, σκέφτηκε κι αμέσως χαμογέλασε. Το χαλαρό έχει κι αυτό την ευχαρίστησή του. Κι όσο μπορούσε να περπατάει με τις ώρες στο βουνό, ήταν εντάξει. Ταυτόχρονα, με αυτό τον τρόπο δεν κινδύνευε από τραβήγματα ή άλλους τραυματισμούς και περνούσε τις καλύτερες στιγμές της εβδομάδας.
Περπάτησε λίγο ακόμη στο μονοπάτι, και μόλις έστριψε μια απότομη στροφή ένιωσε μια ανακούφιση. Εντόπισε το κοπάδι με τα πρόβατα εκεί, κοντά του, αλλά σκυλί δεν φαινόταν και δεν ακουγόταν πουθενά. Τουλάχιστον εκείνη τη φορά δεν θα χρειαζόταν να τρέξει να ξεφύγει. Έκανε μια στάση και παρατήρησε τα ζώα, που κινούνταν με αργούς ρυθμούς μέσα στο λιοπύρι. Ήταν μέσα Ιουλίου, ο καιρός ήταν ζεστός και ξηρός, και υπήρχαν ελάχιστα χλωρά φυτά προς βοσκή των ζώων. Ένα πρόβατο, ελαφρώς μικρόσωμο κι αδύνατο, είχε ανέβει πιο ψηλά από το υπόλοιπο κοπάδι. Είχε σκυμμένο το κεφάλι του και τσιμπούσε από έναν θάμνο που φαίνονταν πως υπέφερε κι αυτός από τη ζέστη και την ξηρασία. Βοσκός δεν φαινόταν πουθενά, αλλά η απουσία σκύλου υποδείκνυε πως ο βοσκός – ή οι βοσκοί – ήταν εκεί κοντά.
Σταμάτησε να ασχολείται με τα πρόβατα, κι άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί τριγύρω. Ήταν πια αρκετά ψηλά στο βουνό και η πόλη είχε χαθεί από το οπτικό του πεδίο, μερικές στροφές του μονοπατιού νωρίτερα. Η μυρωδιά της πόλης, που στους κατοίκους τους έχει γίνει τόση συνήθεια ώστε να μην τους κάνει πια εντύπωση, είχε αντικατασταθεί από μια άλλη. Μια ευωδία φύσης και μυρωδικών που σε ωθούσανε να τα αναζητήσεις, να τα κόψεις και να τα πάρεις μαζί σου στην κάθοδο, στην επιστροφή στην καθημερινότητα.
Ένας ποιητής ή ένας συγγραφέας θα έβρισκε έμπνευση για κάποιο μελλοντικό έργο του εδώ πάνω. Αυτό είναι σίγουρο, σκέφτηκε. Έκλεισε τα μάτια του κι εισέπνευσε βαθιά, ώστε να μπορέσει να βάλει μέσα του όσο το δυνατόν περισσότερη από αυτή τη μυρωδιά της φύσης, και να την πάρει μαζί του στην επιστροφή.
Με κλειστά τα μάτια, αισθάνθηκε μια σκοτεινιά, σα να πέρασε ένα μικρό σύννεφο και να έκρυψε στιγμιαία το φως. Κανονικά δεν θα έδινε σημασία, αλλά μαζί με τη ξαφνική σκοτεινιά, του δημιουργήθηκε κι ένα αίσθημα απροσδιόριστο, σαν ένας μεγάλος κι αναπόφευκτος κίνδυνος να είναι κοντά. Άνοιξε πάλι τα μάτια του. Αμέσως την προσοχή του τράβηξε ο ήλιος. Δεν ήταν κανένα σύννεφο που είχε προκαλέσει τη σκοτεινιά, αλλά ο ίδιος ο ήλιος φαινόταν σα να είχε σκοτεινιάσει κι αλλάξει χρώμα. Αν κι ήταν σχεδόν μεσημέρι, φαινόταν απειλητικός και κόκκινος. Όχι κόκκινος όπως στα τόσα ηλιοβασιλέματα που είχε δει, αλλά πιο τρομακτικός. Το χρώμα του φαινότανε σχεδόν σαν…
…σαν αίμα, συνειδητοποίησε με έναν ξαφνικό τρόμο.
Ένας κεραυνός έπεσε εκεί κοντά, κι ο Δημήτρης συμπέρανε πως έπεσε κοντά στα ερείπια. Ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα, έπεσε κι ένας δεύτερος. Έμοιαζε κι ακούγονταν σαν φυσιολογικός κεραυνός, αλλά σύννεφο δεν φαίνονταν πουθενά στον ουρανό. Ο Δημήτρης στάθηκε να αναλογιστεί αυτό το μυστήριο φαινόμενο, πιο πολύ νιώθοντας παραξενεμένος παρά φοβισμένος. Τότε ήταν που παρατήρησε μια μικρή σφαίρα να προσγειώνεται, άξαφνα και χωρίς ήχο, δίπλα στο πρόβατο που είχε ξεμακρύνει από το κοπάδι. Το πρόβατο βέλαξε αλλά δεν απομακρύνθηκε, παρά έμεινε να κοιτάζει το νέο αντικείμενο με περιέργεια. Η σφαίρα είχε διάμετρο περίπου είκοσι εκατοστά, με ανώμαλη επιφάνεια. Φαινόταν κόκκινη, αλλά ο Δημήτρης δεν μπορούσε να είναι σίγουρος πως αυτό ήταν το πραγματικό της χρώμα. Όλα τα υπόλοιπα αντικείμενα στην περιοχή είχαν πάρει κι αυτά μια κόκκινη απόχρωση, εξαιτίας του φωτός του ήλιου.
Ενώ ο Δημήτρης παρατηρούσε τη σφαίρα και το πρόβατο, ξαφνικά η σφαίρα άρχισε να τραντάζεται βίαια και να μεγαλώνει. Μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα είχε μεγαλώσει σε διάμετρο τουλάχιστον τριάντα εκατοστά. Το πρόβατο βέλαξε ξανά.
Μια δεύτερη και στη συνέχεια μια τρίτη και μια τέταρτη σφαίρα προσγειώθηκαν, αυτή τη φορά πιο κοντά στο Δημήτρη. Ο φόβος που ένιωσε νωρίτερα, άρχισε να απλώνεται μέσα του. Έκανε μεταβολή κι άρχισε να κατηφορίζει με γρήγορα βήματα το μονοπάτι προς την πόλη. Δεν είχε προλάβει να κάνει παρά μερικές δρασκελιές μόνο, όταν άκουσε ένα ακόμη βέλασμα, εντελώς διαφορετικό από τα προηγούμενα.
Γύρισε κι αυτό που είδε τον έκανε να παγώσει. Η πρώτη σφαίρα φαινόταν σα να έχει ξετυλιχθεί κι είχε αποκαλύψει ένα ον, που όμοιό του δεν είχε ξανακούσει ποτέ πως υπάρχει. Είχε κυλινδρικό σχήμα, με το σώμα του να έχει μήκος περίπου μισό μέτρο και στηρίζονταν σε οκτώ μικρά πόδια. Το ον είχε επιτεθεί στο πρόβατο, και στην ελάχιστη ώρα που δεν κοιτούσε του είχε προκαλέσει ήδη τεράστιες πληγές στο λαιμό και στα πλευρά με τα κοφτερά του δόντια. Το πρόβατο βέλαξε αδύναμα μια τελευταία φορά, κι ύστερα έπεσε στο έδαφος χωρίς να έχει πια ζωή μέσα του.
Ο Δημήτρης έστριψε το βλέμμα του προς τις υπόλοιπες σφαίρες που είχαν πέσει. Διαπίστωσε πως κι αυτές αρχίσανε να τραντάζονται και να μεγαλώνουν, με τρόπο παρόμοιο με την πρώτη. Είχε δει αρκετά. Έστριψε πάλι κι άρχισε να τρέχει. Μια νέα σφαίρα έπεσε μπροστά του, και χωρίς να σταματήσει το τρέξιμο την πάτησε με όλη του τη δύναμη. Το ον τσίριξε απόκοσμα, ένας πίδακας από παχύρρευστο υγρό πετάχτηκε και του λέρωσε το παπούτσι και το πόδι, και το ον έμεινε ακίνητο. Ο Δημήτρης δεν του έδωσε σημασία, μόνο συνέχισε να τρέχει.
Έστριψε μια στροφή και σταμάτησε. Μπροστά του στο δρόμο ήταν δεκάδες από τα όντα κι ακόμα περισσότερες σφαίρες έπεφταν από τον ουρανό. Πίσω του μαζί με τα πρώτα είχαν πέσει κι άλλα. Εκατοντάδες ζευγάρια κόκκινα μάτια γυρίσανε και τον κοιτάξανε όλα μαζί, λάμποντας σαν να έβγαζαν ένα δικό τους φως. Το βλέμμα τους ήταν όλο μίσος. Άρχισαν να τον πλησιάζουν, περπατώντας το καθένα στα οκτώ μικρά πόδια του με μεγάλη ταχύτητα. Δεν υπήρχε κανένα μέρος να τρέξει, καμία ελπίδα διαφυγής. Το πιο κοντινό σε αυτόν άνοιξε το στόμα του εμφάνισε μια σειρά από δόντια κοφτερά και δυσανάλογα μεγάλα σε σχέση με το μέγεθός του. Έβγαλε μια απόκοσμη κραυγή κι επιτέθηκε. Ο Δημήτρης ούρλιαξε καθώς ένιωσε τα δόντια να χώνονται στα πόδια του...
…και πετάχτηκε από το κρεβάτι του ουρλιάζοντας και πλημμυρισμένος από ιδρώτα. Κοίταξε τριγύρω πανικόβλητος για λίγα δευτερόλεπτα. Σύντομα ηρέμησε καθώς το μόνο που φαίνονταν μέσα στο σκοτάδι, ήταν οι δείκτες από το ρολόι στο κομοδίνο του, οι οποίοι φωσφόριζαν με ένα απαλό γαλάζιο χρώμα. Η ώρα ήταν 3 : 49, ξημερώματα Δευτέρας. Η πόλη κοιμόταν ήσυχη, ανακτώντας δυνάμεις για άλλη μια εβδομάδα που μόλις ξεκινούσε. Όλα ήταν όπως θα έπρεπε να είναι εκείνη την ώρα.
Απλά ένας εφιάλτης, σκέφτηκε με ανακούφιση κι έπεσε πίσω ανάσκελα στο κρεβάτι του.
Τότε, σαν κατάλοιπο από το όνειρο, η σαν μια σκέψη που του υπέβαλλε το όνειρο στο μυαλό, άκουσε, ή του φάνηκε πως άκουσε:
«Ερχόμαστε και δε θα μας σταματήσεις…»