Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Έρημη Πόλη: Κεφάλαιο 16ο



Απλώνω τα χέρια μου πάνω στο τραπέζι και ρίχνω το κεφάλι μου πάνω. Νιώθω πως δεν έχω ενέργεια ούτε θέληση να κάνω οτιδήποτε αυτή τη στιγμή.
Αλλά κάτι πρέπει να κάνω. Δεν επιτρέπεται να συνεχίσω να γυρίζω έτσι στα τυφλά. Πρέπει να μάθω τι συνέβη στην πόλη μου και να το αντιστρέψω, αν μπορώ.
Ή, αν η διαίσθησή μου αποδειχθεί αληθής και αυτό που ζω τώρα δεν είναι η πραγματικότητα, είναι αναγκαίο να ξεφύγω από αυτό το όνειρο, μέσα στο οποίο έχω χαθεί.
Όχι, όχι όνειρο. Εφιάλτη.
Πως θα ξεφύγω όμως; Πως θα διαπιστώσω τι ισχύει στην πραγματικότητα; Πως θα διακρίνω τι είναι αληθές και τι μια απλή ψευδαίσθηση;
Δεν έχω την παραμικρή ιδέα, ούτε καν πως θα ξεκινήσω να αναζητώ τις απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα που με βασανίζουν.
Σηκώνω ξανά το κεφάλι μου από το τραπέζι και κάθομαι κανονικά στην καρέκλα. Όσο και να είμαι χαμένος, πρέπει να βγάζω ένα γενναίο παρουσιαστικό προς τα έξω. Δεν είμαι μόνος εδώ, έχω ένα παιδί που εξαρτάται από εμένα.
Η Μαρία.
Στην περίπτωση που αυτός εδώ ο κόσμος δεν είναι πραγματικός αλλά όνειρο ή οτιδήποτε άλλο, τι είναι η Μαρία;
Μια ψευδαίσθηση σαν όλα τα υπόλοιπα αντικείμενα που με τριγυρίζουν;
Ή είναι κι αυτή μια φυλακισμένη σε αυτή την ψευδαίσθηση, όπως είμαι κι εγώ;
Σε αυτή την περίπτωση, με τι είδους ανθρωπόμορφα τέρατα είμαι αντιμέτωπος, είμαστε αντιμέτωποι; Ποιος θα ήταν ικανός να κάνει τέτοια πράγματα σε ένα μικρό παιδί;
Μόλις κάνω αυτή τη σκέψη, η οργή μου φουντώνει ξανά. Δεν ξέρω αν θα καταφέρω να βρω την άκρη και τους υπευθύνους. Αν γίνει αυτό όμως, κάποιος θα το πληρώσει ακριβά.
Αντιλαμβάνομαι μια κίνηση στην άκρη του οπτικού μου πεδίου. Γυρίζω προς τα εκεί και βλέπω πως είναι η Μαρία. Έρχεται προς το μέρος μου αλλά σταματάει όταν φτάνει σε απόσταση δυο μέτρων μακριά μου.
«Έλα εδώ», της λέω. Χαμογελάω και απλώνω το χέρι μου προς το μέρος της για να την ενθαρρύνω. Διστακτικά κάνει το πρώτο βήμα, με περισσότερο θάρρος το επόμενο. Τη στιγμή που φτάνει κοντά μου, την πιάνω και την αγκαλιάζω.
«Συγνώμη που σου αγρίεψα νωρίτερα», λέω. «Είδα ένα πολύ περίεργο όνειρο και με επηρέασε».
«Δεν πειράζει», απαντάει. Σηκώνομαι και την βάζω σε μια άλλη καρέκλα.
«Να σου βάλω γάλα να πιείς;» Νωρίτερα που κοίταξα μέσα στο ψυγείο, είδα πως υπήρχε ένα χάρτινο κουτί.
«Ναι». Κοιτάζει και επιτέλους χαμογελάει λίγο. Βγάζω το γάλα και αδειάζω μέσα σε ένα μεταλλικό μπολ ποσότητα αρκετή για δυο άτομα. Δοκιμάζω λίγο και διαπιστώνω πως είναι πολύ κρύο. Κοιτάζω τριγύρω και βλέπω πως η οικογένεια της Μαρίας είχε δίπλα στο νεροχύτη μια μικρή συσκευή υγραερίου. Σκέφτομαι να ζεστάνω λίγο το γάλα εκεί, αλλά απορρίπτω την ιδέα. Ποτέ δεν ένιωσα εντελώς άνετα με αυτές τις συσκευές και δεν έχω διάθεση να προκαλέσω καμία διαρροή και να τινάξω και τους δυο στον αέρα.
«Μείνε λίγο εδώ», λέω στην Μαρία. Πηγαίνω στο καθιστικό και το αφήνω στην άκρη από το τζάκι. Τα λιγοστά κάρβουνα βγάζουν τα τελευταία αποθέματά τους από ζέστη και λάμψη. Αυτό θα είναι ό, τι πρέπει για να ζεσταθεί λίγο το γάλα. Μετά το πρωινό, θα πρέπει να κατεβώ στο υπόγειο, να πάρω περισσότερα ξύλα και να ανάψω ξανά το τζάκι.
Και μετά, πρέπει να καθίσω και να σκεφτώ καλά, το πώς θα προχωρήσουμε κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Πιάνω το σκεύος με το γάλα. Δεν είναι ζεστό, αλλά η θερμοκρασία του έχει ανεβεί σε σχέση με όπως ήταν νωρίτερα. Το παίρνω και επιστρέφω στην κουζίνα. Η Μαρία με κοιτάει και το ύφος της είναι γεμάτο ανυπομονησία.
Δεν χάνω άλλο χρόνο. Αδειάζω το γάλα σε δυο κούπες και μας σερβίρω. Στη συνέχεια, παίρνω ένα καρβέλι ψωμί που βρήκα και το κόβω σε χοντρές φέτες. Πάνω στις φέτες, απλώνω πλούσιες στρώσεις από βούτυρο και μέλι. Δίνω τις πρώτες στη Μαρία και αυτή αρχίζει να της τρώει με πολλή ευχαρίστηση. Κάνει μικρά διαλείμματα από το φαγητό της, απλά για να μου χαμογελάει. Από τότε που τη συνάντησα, πρώτη φορά τη βλέπω τόσο χαρούμενη. Με κάνει και νιώθω κι εγώ μια ευχαρίστηση μέσα μου.
Τρώμε το πρωινό μας με πολλή ευχαρίστηση. Η κουζίνα είναι στα ανατολικά του ορόφου και το φως του ήλιου που ανεβαίνει περνάει μέσα από τα παράθυρα και μας φωτίζει. Νιώθω τη διάθεσή μου να γίνεται σταδιακά καλύτερη.
Και την αποφασιστικότητά μου να φουντώνει.
Κάποια στιγμή, τελειώνουμε το φαγητό μας. Ακουμπάω την πλάτη μου στο πίσω μέρος της καρέκλας μου. Νιώθω χορτασμένος και ικανοποιημένος. Η Μαρία κάνει το ίδιο και με κοιτάζει. Λίγο μέλι της έχει κολλήσει στο πρόσωπο, στα αριστερά από το στόμα της. Χαμογελάει. Χαμογελάω κι εγώ.
«Έλα, πάμε μέσα. Θα σε φωτίσω να πλύνεις το πρόσωπο και τα δόντια σου», της λέω. Χαμογελάω γιατί παίρνει ένα, προφανώς προσποιητή, πληγωμένη έκφραση.
«Συμφωνήσαμε χθες το βράδυ. Όχι πλύσιμο δοντιών τότε, αλλά ναι σήμερα το πρωί». Το χαμόγελο στο πρόσωπό μου γίνεται ακόμη πιο πλατύ. Η Μαρία αλλάζει στη στιγμή την έκφραση του προσώπου της και χαμογελάει και αυτή.
Λίγα λεπτά αργότερα, έχουμε τελειώσει με τα πλυσίματα.
«Εντάξει, καθαρή κι ωραία ξανά!» της λέω πειραχτικά. Μου απαντάει με ένα χαμόγελο.
«Να σου τώρα», της λέω ενώ το ύφος μου σοβαρεύει ελαφρώς. «Πρέπει να καθίσω και να σκεφτώ κάποια πράγματα. Αυτό που θέλω από σένα, είναι να καθίσεις εκεί μπροστά στο τζάκι και να παίξεις. Αν με χρειαστείς κάτι πες μου. Αλλιώς, θέλω να κάνεις όσο πιο πολλή ησυχία μπορείς».
«Τι θέλεις να σκεφτείς;» με ρωτάει.
«Το τι θα κάνουμε από εδώ και πέρα. Πρέπει να βρούμε τι έγιναν ή που πήγαν οι υπόλοιποι άνθρωποι στην πόλη».
«Εντάξει. Θα είμαι ήσυχη», μου λέει. Προφανώς αντιλαμβάνεται κι αυτή πόσο σημαντικό είναι αυτό. Φέρνει τον δείκτη του αριστερού της χεριού στο στόμα της, κάνοντας το νόημα που δηλώνει ησυχία. Αυτή η χειρονομία μοιάζει τόσο παιδική κι αθώα, που ένα χαμόγελο σχηματίζεται αυθόρμητα στο πρόσωπό μου.
Την αφήνω καθισμένη μπροστά στο τζάκι και κατεβαίνω στο υπόγειο. Ανεβάζω καυσόξυλα και ανάβω ξανά τη φωτιά. Κοιτάζω τις φλόγες, που ξεπετάγονται δίνοντάς μας τη ζέστη τους.
Νιώθω πως έχω ξεχάσει κάτι βασικό όμως. Α, ναι. Ένα από τα βασικά! Επιστρέφω στην κουζίνα, βρίσκω τα κατάλληλα υλικά και γεμίζω ένα μεγάλο ποτήρι με κρύο, στιγμιαίο καφέ. Για λίγο εξέτασα το ενδεχόμενο, σε αυτό το πλουσιόσπιτο να μην υπάρχει στιγμιαίος καφές. Αυτό θα ήταν άσχημο. Δεν έχω διάθεση να τρέχω μέσα στο πρωί στο σπίτι μου για καφέ, ούτε φυσικά να διαρρήξω κάποιο μαγαζί για αυτό το λόγο. Η διάρρηξη που έκανα χθες στον ραδιοφωνικό σταθμό, είναι παραπάνω από αρκετή. Ευτυχώς που αυτοί οι φόβοι μου δεν επιβεβαιώθηκαν.
Επιστρέφω στο καθιστικό. Η Μαρία σηκώνει για λίγο το κεφάλι της προς το μέρος μου. Χαμογελάει. Το ίδιο κάνω και εγώ. Ύστερα την αφήνω και πηγαίνω να καθίσω στην πολυθρόνα όπου είχα καθίσει και το προηγούμενο βράδυ.
Αφήνω τον καφέ μου πάνω στο τραπεζάκι. Και ύστερα, κάθομαι πίσω και χάνομαι στις σκέψεις μου.

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Έρημη Πόλη: Κεφάλαιο 15ο



«Ξύπνα!»
Κάποιος με σκουντάει, αδύναμα αλλά επίμονα. Προσπαθώ να γυρίσω πλευρό και να τον αγνοήσω. Όποιος κι αν είναι αυτός που είναι από πάνω μου δεν μου το επιτρέπει.
«Βασίλη, ξύπνα!» επιμένει.
Είναι η φωνή της Μαρίας. Και ακούγεται αγχωμένη. Τρομαγμένη, ίσως.
Μόλις συνειδητοποίησα αυτό το γεγονός, πετάγομαι πάνω απότομα. Παραλίγο να τη χτυπήσω, έτσι όπως ανακάθισα με φόρα στον υπνόσακό μου και αυτή ήταν σκυμμένη από πάνω μου για να με ξυπνήσει.
Κοιτάζω το τζάκι. Από τη φωτιά, έχουν απομείνει ελάχιστα κάρβουνα που φωτίζουν αδύναμα. Ακόμα και τα επιπλέον ξύλα που έβαλα, όταν ξύπνησα από το όνειρό μου, δεν ήταν αρκετά για να κρατήσουν για όλη τη διάρκεια της νύχτας.
Ξύπνησα από το όνειρό μου; Ξανακοιμήθηκα; Ανακαλύπτω πως δεν μπορώ να αποφασίσω ποιο από τα δυο συνέβη. Οι σκέψεις μου είναι μπερδεμένες. Αλλά ίσως σε ένα ημίωρο το μυαλό μου να έχει πιο διαυγείς σκέψεις από ότι αυτή τη στιγμή.
Κοιτάζω προς το μέρος της Μαρίας και αυτή μου ανταποδίδει το βλέμμα.
«Τι έγινε; Γιατί φωνάζεις έτσι μες το πρωί;» ρωτάω. Έχω νεύρα. Πάντα έχω νεύρα, όταν αντιμετωπίζω μια κατάσταση την οποία δεν μπορώ να καταλάβω.
Και σίγουρα, αυτό που ζω τώρα ξεπερνάει κάθε άλλη ακατανόητη κατάσταση που είχα ζήσει μέχρι τώρα. Με πολύ μεγάλη διαφορά.
«Πεινάω!» απαντάει ζωηρά η Μαρία.
«Πεινάς;» επαναλαμβάνω. Κάνω κίνηση για να σηκωθώ και βάζω βάρος πάνω στο χτυπημένο μου πόδι. Μορφάζω ελαφρά από τον ξαφνικό πόνο.
«Ναι, πεινάω!» φωνάζει η Μαρία. «Θέλω γάλα! Θέλω και κουλουράκια!»
Τι το έπιασε αυτό το παιδί ξαφνικά μέσα στο πρωινό και φωνάζει έτσι;
«Ηρέμησε λίγο! Μόλις ξύπνησα!» απαντάω σε έντονο ύφος.
«Θέλω γάλα και κουλουράκια!» επαναλαμβάνει, φωνάζοντας ακόμη δυνατότερα. «Και κάτι θέλω να σου πω!»
Δεν θα τα πάμε καλά σήμερα, για κάποιο λόγο νιώθω σίγουρος. Σηκώνομαι αργά από τον υπνόσακο, προσέχοντας αυτή τη φορά να μην ζορίσω το χτυπημένο μου μέλος. Κάνω βήματα σε αργό ρυθμό και το νιώθω να πονάει και να είναι πρησμένο. Νομίζω πως είναι καλύτερα να βρω κάτι για να το δέσω.
Συνεχίζοντας με αργά βήματα, προχωρώ προς το μπάνιο. Δοκιμάζω για καλό και για κακό να γυρίσω έναν διακόπτη. Κανένα αποτέλεσμα, το ρεύμα παραμένει κομμένο. Δεν νιώθω ιδιαίτερη έκπληξη με αυτή τη διαπίστωση. Η Μαρία, ξαφνικά αρχίζει και τσιρίζει χωρίς κάποιον προφανή λόγο. Μάλλον δεν της αρέσει που προσωρινά δεν της δίνω σημασία.
Σταματάω απότομα και γυρίζω προς το μέρος της. Αμέσως σταμάτησε και μαζεύτηκε. Μάλλον το βλέμμα που της έριξα παραήταν αυστηρό.
Τόσο το καλύτερο.
«Πάω στο μπάνιο. Όταν βγω, θα δούμε τι υπάρχει και τι μπορούμε να φτιάξουμε για πρωινό. Αν τσιρίξεις ξανά, θα φτιάξω μόνο για μένα και εσένα θα σε αφήσω νηστική», την απείλησα. Μιλάω αργά και ήρεμα. Φυσικά, δεν σκόπευα να το κάνω αυτό, αλλά δεν μπορώ να ακούω και φωνές με το που ξυπνάω.
Σταματάω να μιλάω και κοιτάζω την Μαρία. Έχει γουρλώνει τα μάτια της και με κοιτάζει έκπληκτη. Μάλλον δεν το περίμενε από μένα αυτό.
«Εντάξει;» συνεχίζω με τον ίδιο τόνο.
«Εντάξει», μου απαντάει με σιγανή φωνή και χαμηλώνει το κεφάλι. Άλλη μέρα, ίσως με έπιαναν τύψεις για αυτά που είπα. Σήμερα όμως όχι. Τα νεύρα και η σύγχυση που νιώθω είναι υπερβολικά μεγάλα για να μου επιτρέψουν να αισθανθώ τύψεις.
Αφήνω τη Μαρία να με κοιτάζει, ακίνητη κι αμίλητη. Πηγαίνω στο μπάνιο και κλείνω την πόρτα με βρόντο πίσω μου. Στέκομαι για λίγο μπροστά στον καθρέφτη.
Κοιτάζω το πρόσωπό μου και ξαφνικά θυμάμαι την προηγούμενη εικόνα του, χλωμό και ταλαιπωρημένο. Τώρα, φαίνομαι καλά. Σχεδόν θα έλεγε κάποιος, πως σφύζω από υγεία.
Φυσικά, λείπουν και οι μικρές τρύπες που υπήρχαν στα πλαϊνά του μετώπου μου την τελευταία φορά που θυμάμαι να αντίκρισα το είδωλό μου.
Ύστερα από λίγη ώρα, βγαίνω ξανά έξω. Η διάθεσή μου έχει βελτιωθεί αισθητά. Βλέπω πως η Μαρία είχε καθίσει ξανά μπροστά στο τζάκι και έπαιζε με τις κούκλες της. Μόλις ακούει τα βήματά μου να πλησιάζουν, σηκώνει το κεφάλι της.
Το ύφος της όμως παραμένει σοβαρό. Στέκομαι και την κοιτάζω. Χθες είχε να αντιμετωπίσει την απίστευτη εξέλιξη της ημέρας και το σοκ του να έχει τους γονείς κι όλους τους γνωστούς της εξαφανισμένους. Κι όμως, χθες με ευκολία έβρισκε ξανά το χαμόγελό της. Αρκούσε ένα αστείο από μέρους μου, ή οτιδήποτε.
Σήμερα όμως δεν είναι έτσι. Όλη την ώρα από τότε που με ξύπνησε, φωνάζει ή είναι μουτρωμένη.
Ίσως σήμερα να συνειδητοποίησε πραγματικά το τι συνέβη και αυτό να την επηρέασε και να φέρεται έτσι σήμερα.
Δεν ξέρω. Κανονικά θα έπρεπε να νιώθω άσχημα βλέποντάς την έτσι και ξέροντας πως ο τρόπος μου την κάνει ακόμη χειρότερα από ό, τι είναι.
Αντίθετα, για κάποιο λόγο που δεν καταλαβαίνω, αυτή τη στιγμή δεν νιώθω άσχημα. Δεν έκανα τίποτε κακό και βρίσκω τη συμπεριφορά της αδικαιολόγητη.
Αδικαιολόγητη; διαμαρτύρεται μια φωνή μέσα μου. Από ένα τόσο μικρό παιδί; Δεν μπορείς να μην δικαιολογήσεις οποιαδήποτε συμπεριφορά ενός παιδιού, ύστερα από μια μέρα σαν την χθεσινή.
Πηγαίνω και κάθομαι δίπλα της. Ακολουθεί την πορεία μου με το βλέμμα της.
«Μαρία, τι συμβαίνει;» ρωτάω.
«Τίποτα», απαντάει με σιγανή φωνή και κατεβάζει το κεφάλι της. Τώρα άρχισα να μην νιώθω και τόσο ωραία.
«Πες μου, τι σκέφτεσαι».
«Τίποτα», επαναλαμβάνει. Σίγουρα, η απάντηση που σκέφτεται είναι «οτιδήποτε εκτός από τίποτα». Αλλά αποφασίζω να μην το πιέσω περισσότερο. Ίσως μου πει μόνη της, όταν έρθει η ώρα. Αλλά εγώ δεν θα τη ζορίσω άλλο.
«Τι λες, πάμε να τσιμπήσουμε κάτι;» προτείνω.
Δεν απαντάει τίποτε. Απλά συνεχίζει να κοιτάζει προς τα κάτω. Περιμένω λίγο και παρατηρώ πως πιάνει πάλι μια κούκλα και αρχίζει να τη χτενίζει.
Δεν έχω διάθεση για οτιδήποτε τέτοιο. Σηκώνομαι ξανά.
«Εγώ πάω στην κουζίνα, να δω τι μπορώ να φτιάξω για φαγητό». δηλώνω. «Θα κοιτάξω να φτιάξω και για σένα κάτι. Όποτε θέλεις, έλα». Δεν απαντάει, δε δείχνει καν κάποιο σημάδι πως αντιλήφθηκε τι της είπα. Απλά συνεχίζει να ασχολείται με την κούκλα της. Ανασηκώνω τους ώμους και την αφήνω στην ησυχία της.
Αργά, πάω προς την κουζίνα. Ψάχνω στο ψυγείο και βρίσκω αρκετά υλικά για ένα βασιλικό πρωινό και για τους δυο μας. Φυσικά, το ψυγείο δεν λειτουργεί, όπως και όλες οι άλλες ηλεκτρικές συσκευές. Αλλά έχει τόσο κρύο εδώ μέσα που δεν ανησυχώ μήπως έχει αλλοιωθεί κάποιο από τα φαγητά. Είναι καλό που όλα τα δωμάτια έχουν μεγάλα και όμορφα παράθυρα, έτσι δεν έχω έγνοια για έλλειψη φωτός.
Δεν νιώθω όμως ιδιαίτερη διάθεση για να φάω οτιδήποτε. Το τελευταίο γεύμα που έφαγα, το προηγούμενο βράδυ, δεν ήταν και τόσο βαρύ. Αλλά νιώθω έναν κόμπο γύρω από το στομάχι μου. Νιώθω πως δύσκολα θα κατέβει οποιαδήποτε τροφή.
Η σκέψη μου επιστρέφει στην χθεσινή ημέρα, από το πρωί που ξύπνησα με διάθεση να ξεκινήσω μια νέα, καλύτερη ζωή, μέχρι το βράδυ που κοιμήθηκα, αποκαμωμένος, ανάμεσα στο τζάκι και στον καναπέ όπου ήταν ξαπλωμένη η Μαρία.
Και αμέσως μετά, θυμάμαι το άλλο, σκοτεινό μέρος, όπου ξύπνησα στη σκοτεινιά, γεμάτος καλώδια. Όπου υπήρχε ηλεκτρισμός και άλλοι άνθρωποι, αλλά αυτοί που υπήρχαν, είχαν την πρόθεση να με κρατήσουν φυλακισμένο.
Φυλακισμένο και κοιμισμένο, σύμφωνα με αυτά που τους άκουσα να λένε.
Προφανώς, και οι δυο αυτές εμπειρίες δεν μπορούν να είναι αληθινές. Είμαι σίγουρος πως κατά τη διάρκεια μιας από τις δυο, ήμουν κοιμισμένος και ονειρευόμουν.
Σε ποια από τις δυο όμως;
Η προφανής απάντηση, πως τώρα είμαι ξύπνιος και πως το μέρος με τα σκοτεινά δωμάτια και τους φωτεινούς διαδρόμους, ήταν το όνειρο. Και αυτό το όνειρο προήλθε από την ιδέα που μου δημιουργήθηκε, πως υπάρχουν άλλοι που μας παρακολουθούνε, συνέχεια. Συνδυάζοντας αυτό με την αγωνία που είχα για τη συνέντευξη και τη ντροπή που προκάλεσε η λιποθυμία μου, το υποσυνείδητό μου δημιούργησε αυτό τον εφιάλτη που είχα δει.
Ναι, αυτό φαίνεται πως είναι το λογικό.
H διαίσθησή μου δεν είναι σίγουρη όμως. Η συνειδητή σκέψη μου δεν μπορεί να εντοπίσει το γιατί αλλά εκείνη η εικόνα που είδα, του ταλαιπωρημένου και τρυπημένου από βελόνες προσώπου μου, παίζει στο μυαλό μου ως πιο πραγματική από αυτή την εικόνα  υγείας και ζωής που αντίκρισα λίγα λεπτά νωρίτερα.
Απλώνω τα χέρια μου πάνω στο τραπέζι και ρίχνω το κεφάλι μου πάνω. Νιώθω πως δεν έχω ενέργεια ούτε θέληση να κάνω οτιδήποτε αυτή τη στιγμή.

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Έρημη Πόλη: Κεφάλαιο 14ο



Πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα κατά τα οποία ήμουν ανίκανος να κινηθώ ή να σκεφτώ από την έκπληξη. Όταν συνήλθα, η πρώτη σκέψη μου ήταν πως ο χώρος εδώ μου είναι γνωστός.
Άρα, γνωστός είναι κι ο δρόμος από όπου θα μπορέσω να βγω έξω από αυτό το μέρος. Και δεν με ενδιαφέρει ούτε το ότι θα βγω να κυκλοφορήσω στο κέντρο της Αθήνας, ξυπόλητος και φορώντας μόνο μια ρόμπα, ούτε τίποτε άλλο.
Το μόνο που θέλω είναι να φύγω από αυτό το γραφείο, ή ό, τι άλλο μπορεί να είναι.
Φτάνω στην εξώπορτα και επιχειρώ να την ανοίξω. Με απογοήτευση διαπιστώνω πως όλες οι σκέψεις φυγής ήταν μάταιες, αφού η πόρτα είναι κλειδωμένη. Δεν μπορώ να εγκαταλείψω τον χώρο, προς το παρόν τουλάχιστον. Άρα, επιστροφή στο αρχικό σχέδιο. Να ελέγξω το δωμάτιο ελέγχου. Πηγαίνω στο γραφείο. Κοιτάζω την πράσινη φωτεινή ένδειξη της οθόνης να αναβοσβήνει. Σκύβω να ανοίξω τα συρτάρια, μήπως και βρω κάτι που θα μπορέσω να το χρησιμοποιήσω για όπλο, αν χρειαστεί.
Μόλις έχω σκύψει πίσω από το γραφείο, ακούω την πόρτα με την ένδειξη «ΠΡΟΣΟΧΗ – ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟΥΣ ΜΗ ΕΧΟΝΤΕΣ ΓΡΑΠΤΗ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ» να ανοίγει. Ο τοίχος απέναντι, λούζεται από το φως που προέρχεται από τον διάδρομο. Κοιτάζω τον τοίχο από πάνω μου και βλέπω μια δέσμη φωτός να τον σαρώνει. Ύστερα, η δέσμη έκανε το γύρο του δωματίου. Και μετά από αυτό, η δέσμη εξαφανίζεται.
«Είναι μερικές στιγμές, που απορώ γιατί κάνουμε αυτή τη δουλειά», λέει μια φωνή με αργή και βαριά προφορά. «Τα αντικείμενα μέσα είναι ναρκωμένα και κοιμούνται του καλού καιρού. Δεν πρόκειται να ξυπνήσουν στο άμεσο μέλλον, εκτός κι αν το θελήσουμε εμείς».
Ακούγοντας αυτά τα λόγια, νιώθω έναν θυμό να φουντώνει μέσα μου. Τι εννοεί τούτος εδώ όταν λέει «τα αντικείμενα μέσα είναι ναρκωμένα και κοιμούνται;» Ήμουν κι εγώ ανάμεσα σε αυτά τα «αντικείμενα;» Υπάρχουν και άλλοι μέσα εκεί εκτός από μένα;
Η διαίσθησή μου με βεβαιώνει πως η απάντηση στα δυο τελευταία ερωτήματά μου είναι «ναι».
Κάποιος θα φάει πολύ ξύλο για όλη αυτή την ιστορία. Κάνω αυτή την υπόσχεση στον εαυτό μου. Ύστερα, στρέφω ξανά την προσοχή μου στην πόρτα, μήπως μάθω και τίποτε άλλο.
«… χτύπησε ο σιωπηλός συναγερμός της πόρτας. Κάποιος επιχείρησε να την ανοίξει», ακούω μια άλλη φωνή να απαντάει. Μοιάζει με την πρώτη αλλά προέρχεται σίγουρα από κάποιο άλλο άτομο. Όσο πιο αθόρυβα μπορώ, σκύβω πιο χαμηλά και κοιτάζω από την κάτω πλευρά του γραφείου. Αντικρίζω τέσσερα πόδια. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω λεπτομέρειες από τον ρουχισμό τους. Το μόνο που συμπεραίνω είναι πως αυτοί οι φύλακες ή ό, τι άλλο είναι, είναι δυο. Έχω να αντιμετωπίσω αυτούς τους δυο σίγουρα, και ποιος ξέρει πόσους άλλους.
«… πειράζει που πληρωνόμαστε καλά και τα καθήκοντά μας είναι τόσο χαλαρά; Εμένα προσωπικά, δεν με ενοχλεί καθόλου. Ειδικά την εποχή που ζούμε», λέει η δεύτερη φωνή.
«Ναι, έτσι όπως το λες, έχεις δίκιο», απαντάει η πρώτη φωνή. «Άντε, πάμε πίσω. Δεν υπάρχει τίποτα εδώ. Μάλλον κάποιος από έξω ένιωσε περιέργεια και επιχείρησε να ανοίξει την πόρτα. Δεν μας ενοχλεί αυτό».
«Πάμε. Αρκετά χάσαμε από τον αγώνα κυνηγώντας σκιές», συμφωνεί η δεύτερη φωνή. Τα τέσσερα πόδια κάνουν μεταβολή και εξαφανίζονται. Η πόρτα κλείνει πίσω τους και ο φωτισμός του χώρου περιορίζεται ξανά.
Ελέγχω στα γρήγορα τα συρτάρια του γραφείου. Κι αυτή η έρευνα απέβη άκαρπη, μιας και ανακαλύπτω πως όλα είναι κλειδωμένα. Σκέφτομαι για μια στιγμή, να αποσυνδέσω το πληκτρολόγιο και να το πάρω ως αυτοσχέδιο ρόπαλο. Το βλέμμα μου κάνει έναν γύρο στο δωμάτιο και εντοπίζει κάτι καλύτερο.
Πηγαίνω στην άλλη άκρη και πιάνω μια από τις καρέκλες. Συμπτωματικά, είναι η καρέκλα όπου είχα καθίσει… χθες;
Πότε είχα έρθει εδώ, αλήθεια;
Τι μεσολάβησε από τότε; Χίλιες νέες ερωτήσεις εμφανίζονται σαν χείμαρρος στο μυαλό μου. Τις καταπνίγω με ένα σιγανό μουγκρητό. Θα έχω τις απαντήσεις μου.
Πιάνω τη μεταλλική καρέκλα και με τα δυο μου χέρια. Παρά το ότι δεν νιώθω τις δυνάμεις μου στην καλύτερη κατάσταση, τη σηκώνω με ευκολία. Κλείνω τα μάτια και προσπαθώ να φανταστώ πως θα τη χρησιμοποιήσω για να χτυπήσω κάποιον, αν προκύψει ανάγκη να το κάνω.
Δεν είναι και κανένα σπουδαίο όπλο, αλλά σίγουρα είναι καλύτερα από το τίποτα.
Κρατώντας την καρέκλα και με σιγανά βήματα, επιστρέφω στην πόρτα. Την ανοίγω αργά, ελπίζοντας πως οι δυο που μπήκαν στο δωμάτιο νωρίτερα, δεν θα είναι ακόμη στον διάδρομο.
Το διάκενο ανάμεσα στην πόρτα και την κάσα έφτασε να είναι λίγα εκατοστά μεγάλο και τότε κοιτάζω από το άνοιγμα. Ο διάδρομος είναι άδειος. Σε δέκα μέτρα απόσταση μπροστά μου, είναι η αίθουσα με τις λέξεις «ΔΩΜΑΤΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ» στην πινακίδα της.
Κάνω το πρώτο βήμα και ύστερα το δεύτερο. Ξαφνικά νιώθω πολύ αγχωμένος. Σκέφτομαι πως βαδίζω να αντιμετωπίσω, ποιος ξέρει ποιον ή τι, οπλισμένος μόνο με μια καρέκλα! Είμαι πάλι σε μια κατάσταση για την οποία δεν ξέρω τίποτε απολύτως, χαμένος.
Ένα κύμα θυμού διώχνει το άγχος. Με το να καθίσω ήσυχος σε μια γωνία, ούτε πρόκειται να φύγω από εδώ, ούτε απαντήσεις να πάρω. Θα μπω μέσα εκεί και ό, τι προκύψει.
Ένα απόφθεγμα περνάει από το μυαλό μου. «Οτιδήποτε κι αν κάνεις, είναι καλύτερο από το να μην κάνεις τίποτε». Δεν θυμάμαι ποιος το είπε, αλλά το βρίσκω ιδιαίτερα ταιριαστό σε αυτή την κατάσταση που έχω βρεθεί.
Κάνω και τα υπόλοιπα βήματα μέχρι την πόρτα του δωματίου ελέγχου. Πιάνω την καρέκλα με το δεξί μου χέρι. Ακουμπώ το αριστερό αυτί μου πάνω στην πόρτα και αφουγκράζομαι. Από την άλλη πλευρά, δεν ακούγεται τίποτα.
Πρώτη μου παρόρμηση είναι, να ανοίξω την πόρτα απότομα και να πεταχτώ μέσα. Να χρησιμοποιήσω το στοιχείο του αιφνιδιασμού υπέρ μου και να προλάβω να εξουδετερώσω γρήγορα όποιον είναι από την άλλη πλευρά. Αν είμαι τυχερός, δεν θα προλάβει καν να καταλάβει τι ήταν αυτό που τον χτύπησε.
Αμέσως μετά όμως σκέφτομαι πως αυτό το σχέδιο δύσκολα θα αποδώσει. Νωρίτερα, ήταν δυο οι φύλακες που έψαξαν το δωμάτιο υποδοχής. Μέσα εκεί, ίσως να υπάρχουν κι άλλοι. Αν ορμήσω σε ένα άγνωστο μέρος στα τυφλά και με τουλάχιστον δυο αντιπάλους, το πιο πιθανό είναι πως δεν θα καταφέρω πολλά.
Έτσι, αποφασίζω κι ανοίγω την πόρτα αργά και προσεκτικά. Είμαι τυχερός, η πόρτα ανοίγει χωρίς να βγάλει κάποιον ήχο. Ούτε καν το παραμικρό τρίξιμο.
Όπως και νωρίτερα, την ανοίγω λίγο και κοιτάζω αριστερά και δεξιά. Αντικρίζω τη σιλουέτα ενός ανθρώπου να κάθεται μόνη της, μπροστά σε μια ολόκληρη πεδιάδα από κουμπιά και χειριστήρια διαφόρων τύπων. Ο τοίχος απέναντι στην πόρτα, είναι γεμάτος από τουλάχιστον δέκα οθόνες. Οι πιο πολλές είναι απενεργοποιημένες και λίγες είναι που εμφανίζουν κάποια εικόνα, διαφορετικά εντελώς σκηνικά η καθεμία.
Κάτι σε μια από τις εικόνες των οθονών μου φαίνεται γνωστό. Κάνω δυο βήματα μπροστά, έτσι ώστε να αναγνωρίσω το τι είναι αυτό που βλέπω.
Αυτό που φαίνεται στην οθόνη, είναι ένας άνθρωπος ξαπλωμένη μπροστά από ένα τζάκι, στο πάτωμα, και τυλιγμένη με έναν υπνόσακο. Δίπλα της και πάνω σε έναν καναπέ, είναι ξαπλωμένη και καλά τυλιγμένη με σκεπάσματα, μια δεύτερη φιγούρα που αυτή μοιάζει να είναι μικρότερη.
Ξαφνικά, αναγνωρίζω γιατί αυτή η εικόνα μου είναι οικεία.
Μου είναι οικεία, γιατί το μέρος που φαίνεται είναι το σαλόνι του σπιτιού της Μαρίας, εκεί που είχαμε καταλύσει πριν κοιμηθώ και πριν ξυπνήσω στο μέρος που βρίσκομαι τώρα.
Έχω μείνει κατάπληκτος. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα, η κατάπληξη μεγαλώνει ακόμη περισσότερο, μιας και ο άνθρωπος που είναι ξαπλωμένος στο πάτωμα γυρίζει ανάσκελα και στρέφει το πρόσωπό του κατευθείαν στην κάμερα από όπου προέρχεται η εικόνα που βλέπω αυτή τη στιγμή.
Και το πρόσωπό του είναι το δικό μου πρόσωπο.
Πριν προλάβω να το συνειδητοποιήσω, έχω βγάλει έναν μικρό ήχο από την έκπληξη. Ο άνθρωπος που ήταν καθισμένος μπροστά στα χειριστήρια, στο άκουσμα του ήχου γυρίζει απότομα. Τον κοιτάζω και παγώνω.
Είναι προφανώς αποτέλεσμα που οφείλεται στην αντίθεση που προκαλεί ο έντονος φωτισμός από τις ενεργές οθόνες και τις φωτεινές ενδείξεις από τα χειριστήρια, συνδυασμένο με τη σύγχυση εκ μέρους μου. Όποια κι αν είναι η αιτία, το πρόσωπο αυτού του ανθρώπου φαίνεται μαύρο. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κανένα χαρακτηριστικό. Ακριβώς όπως στο όνειρο που είχα δει…
… πότε το είχα δει, αλήθεια; Δεν μπορώ να πω τίποτα με βεβαιότητα πια.
Το αποτέλεσμα είναι, πως μένω να κοιτάζω αυτή τι φιγούρα χωρίς πρόσωπο με το στόμα μου ανοιχτό.
«Εσύ; Τι… τι θες εδώ; Πως… πως ξύπνησες;» ακούω τη φιγούρα να ρωτάει. Βαριά, αντρική φωνή και εδώ, όπως αυτών που αντάμωσα νωρίτερα. Αλλά δεν ήταν κάποια από τις δυο φωνές που άκουσα. Άρα, οι άλλοι δυο ακόμη τριγυρνάνε κάπου εδώ.
Τουλάχιστον, ο τρόπος ομιλίας δείχνει πως κι αυτός ο τύπος εξεπλάγη από το γεγονός πως είμαι σε αυτό το δωμάτιο. Ίσως και να με φοβάται. Αυτό μου τονώνει λίγο την αυτοπεποίθηση. Δεν έδωσα απάντηση, απλά ανασήκωσα τους ώμους.
Κοιτάζοντάς με συνέχεια, η φιγούρα άπλωσε απότομα το χέρι και πάτησε ένα κουμπί στην κονσόλα που ήταν ακριβώς μπροστά από το σώμα της.
Αυτή η μικρή κίνησή του με συνέφερε από την αδράνεια. Σηκώνω την καρέκλα, καλύπτω άμεσα την απόσταση που μας χώριζε και κατεβάζω την καρέκλα με όλη μου τη δύναμη στο κεφάλι του. Ο άνδρας εκσφενδονίζεται από το κάθισμά του και σωριάζεται στο πάτωμα, προφανώς ζαλισμένος.
Παραλίγο να τον ακολουθήσω κι εγώ στο πάτωμα, γιατί η την κίνηση που έκανα, σχεδόν με έκανε να χάσω την ισορροπία μου. Προφανώς, είμαι ακόμη αρκετά αδύναμος. Τουλάχιστον, κατάφερα και δεν έπεσα κι εγώ κάτω.
Κοιτάζω χαμηλά και βλέπω τον άνδρα να κοιτάζει προς το μέρος μου. Σήκωσε και το ένα χέρι του. Τι ζητάει από μένα; Έλεος; Για κάποιο λόγο, αυτή η κίνηση με εκνευρίζει. Σηκώνω την καρέκλα και τον χτυπάω ξανά στο πάνω μέρος του κεφαλιού του. Πέφτει ξανά κάτω και αυτή τη φορά, δείχνει πως έχασε τις αισθήσεις του.
Σκύβω κάτω και ψάχνω τις τσέπες του στα γρήγορα, μήπως φανώ τυχερός και βρω τα κλειδιά για την εξώπορτα αυτού του χώρου. Πρέπει να φύγω, όσο έχω ευκαιρία. Είμαι σίγουρος πως το κουμπί που πάτησε ο τύπος πριν τον χτυπήσω, ήταν κάποιου είδους συναγερμός.
Είμαι τυχερός! Σε μια από τις πίσω τσέπες του παντελονιού του, βρίσκεται μια ολόκληρη αρμαθιά από κλειδιά. Τα παίρνω και σηκώνομαι ξανά στα πόδια μου.
Σκέφτομαι πως θα μου πάρει κάμποση ώρα μέχρι να τα δοκιμάσω όλα και να βρω ποιο ταιριάζει στην κλειδαριά.
Εκείνη τη στιγμή, ακούω την πόρτα πίσω μου να ανοίγει, βίαια και απότομα.
Κάνω κίνηση να γυρίσω και να αντικρίσω όποιον μπήκε μέσα. Πριν προλάβω να κάνω οτιδήποτε, νιώθω ένα δυνατό χτύπημα στον αυχένα μου.
«Ώρα να πας πίσω για ύπνο, μεγάλε», ακούω μια φωνή να λέει, κι αυτό είναι το τελευταίο που ένιωσα πριν να χάσω τις αισθήσεις μου.

Πετάγομαι πάνω. Κοιτάζω πανικόβλητος δεξιά κι αριστερά, προσπαθώντας να προσανατολιστώ. Στα αριστερά μου, υπάρχει το τζάκι. Η φωτιά του έχει χαμηλώσει αρκετά και μεγάλο μέρος της φωτεινότητας προέρχεται από κάρβουνα που λάμπουν με κόκκινο χρώμα. Στα δεξιά μου, ο καναπές όπου η Μαρία συνεχίζει και κοιμάται χωρίς καμία έγνοια. Η απότομη κίνησή μου, προκάλεσε μια σουβλιά πόνου από το τραυματισμένο μου δεξί πόδι.
Και δεν υπάρχει κανένας να σκύβει πάνω από το κεφάλι μου, γνωστός ή άγνωστος.
Πέφτω ξανά ανάσκελα στον υπνόσακό μου. Νιώθω τόσο απελπισμένος, που μου έρχεται να βάλω τις φωνές για να ξεσπάσω. Έστω και λίγο, έστω κι έτσι.
Με συγκρατεί ξανά η έγνοια της Μαρίας. Δεν θέλω να τρομάξω το παιδάκι έτσι, κάνοντάς το να ξυπνήσει από τις φωνές μου μέσα στη νύχτα.
Φέρνω στο νου μου το όνειρο από το οποίο μόλις ξύπνησα. Θυμήθηκα πως μέσα εκεί, είχα δει τον εαυτό μου στη θέση όπου βρίσκομαι τώρα.
Ανατρίχιασα. Ασυναίσθητα, γυρίζω το κεφάλι μου. Κοιτάζω προς το σημείο όπου θα έπρεπε να είναι η κάμερα, αν υπήρχε, που να έδινε την εικόνα σε εκείνο το δωμάτιο ελέγχου. Δε διακρίνω κάτι. Ένας απλός τοίχος βρίσκεται εκεί.
Μου δημιουργείται ξανά το συναίσθημα, πως κάποιος στέκεται ψηλά και παρακολουθεί την κάθε μου κίνηση. Κι εγώ είμαι απλά παγιδευμένος, χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα για αυτό.
Ακριβώς όπως ένα πειραματόζωο μέσα σε έναν λαβύρινθο με τους ερευνητές να το παρατηρούν.
Ένα μεγαλύτερο σύγκρυο διέτρεξε το κορμί μου. Σηκώθηκα από τον υπνόσακό μου. Περπατώντας με αργά βήματα, πήρα κι έριξα μερικά ξύλα ακόμη στη φωτιά, η οποία φούντωσε ξανά σχεδόν αμέσως. Ύστερα, γύρισα και ξάπλωσα ξανά. Κατάλαβα πως δεν θα είχα άλλον ύπνο αυτή τη βραδιά.

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

Έρημη Πόλη: Κεφάλαιο 13ο



Ξανά αυτός ο ενοχλητικός ήχος. Τι είναι; Από πού προέρχεται; Γιατί δεν με αφήνει να κοιμηθώ; Νυστάζω! Επιτέλους θέλω λίγη ησυχία!
Θέλω λίγη ησυχία ώστε να ξανακοιμηθώ. Και αυτός ο βιομηχανικός ήχος που ακούγεται, ίσως ένας κινητήρας, με ενοχλεί. Ακούγεται σα να προέρχεται από κάπου μακριά, αλλά αυτό δε μειώνει την ενοχλητικότατη επίδρασή του.
Ησυχία. Μια παντελής έλλειψη ήχου.
Αυτό δεν βίωσα πριν πέσω για ύπνο; Με τον μόνο ήχους να είναι από την αναπνοή της Μαρίας και από τα ξύλα που καίγονταν στο τζάκι της;
Ναι, έτσι είναι.
Όχι, ψέματα. Είδα κι εκείνον τον τύπο που μου πούλησε το φυλαχτό. Πάντως ήχο από μηχάνημα, δεν είχα ακούσει καθόλου από τότε που έσβησαν τα φώτα. Η μόνη εξαίρεση ήταν οι ήχοι που προέρχονταν από το αυτοκίνητό μου.
Τότε, τι διάολο είναι αυτός ο ήχος που ακούω τώρα;
Αυτή η σκέψη με κάνει και ξυπνάω εντελώς. Πάω να πεταχτώ σε καθιστή θέση, αλλά κάτι με συγκρατεί και ξαναπέφτω στο στρώμα όπου ήμουν ξαπλωμένος.
Καθώς συνέρχομαι, οι αισθήσεις μου αρχίζουν και επανέρχονται. Το πρώτο που αισθάνομαι, είναι μικρά τσιμπήματα σε όλο μου το σώμα. Τα ψάχνω με τα χέρια μου και διαπιστώνω πως παντού είναι κολλημένα καλώδια που στις άκρες έχουν βεντούζες. Αυτά ήταν που με τραβήξανε πίσω όταν πήγα να σηκωθώ.
Απλώνω τα χέρια μου και τα ξεκολλάω. Μερικά τα νιώθω και στο πρόσωπο και στο κεφάλι μου, αλλά αυτά δεν τα νιώθω σα να καταλήγουν σε βεντούζες. Αντίθετα, οι άκρες τους είναι βελόνες που χώνονται μέσα στο δέρμα μου. Χωρίς να σκέφτομαι το τι μπορεί να είναι αυτά τα καλώδια, τα βγάζω όλα.
Ένας οξύς πόνος βγαίνει από αρκετά σημεία στο κεφάλι και το πρόσωπο. Μάλλον προέρχεται από τα σημεία από όπου βγήκαν οι βελόνες. Ανακάθομαι στο στρώμα μου, συγκρατώντας με δυσκολία μια κραυγή. Κοιτάζω τριγύρω. Στα αριστερά μου, υπάρχει ένα μηχάνημα την ταυτότητα του οποίου δεν αναγνωρίζω. Πάνω του υπάρχουν φωτεινές ενδείξεις σε διάφορα χρώματα. Στα δεξιά, υπάρχει μια λωρίδα από φως κοντά στο πάτωμα. Υποθέτω πως κοιτάζω το φως από ηλεκτρικούς λαμπτήρες όπως φαίνονται κάτω από μια πόρτα.
Βγάζω τα πόδια μου από τα πλαϊνά του στρώματος όπου ήμουν ξαπλωμένος. Πέφτουν προς τα κάτω κι ακουμπούν στο πάτωμα. Σχεδόν ταυτόχρονα, συνειδητοποιώ τρία πράγματα.
Πρώτον, πριν λίγες στιγμές ξύπνησα πάνω σε ένα κρεβάτι μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Όχι σε έναν υπνόσακο, ανάμεσα σε ένα τζάκι και σε ένα καναπέ με ένα κοιμισμένο κοριτσάκι.
Δεύτερο, το πάτωμα είναι πολύ κρύο. Μαρμάρινο, ίσως.
Τρίτο, ο αστράγαλος όπου έπαθα το διάστρεμμα δεν με πόνεσε όταν  πάτησα το πόδι κάτω.
Είμαι σε άλλο μέρος κι όχι στο σπίτι της Μαρίας; Προφανώς ναι, αν κρίνω από αυτά που βλέπω.
Που είμαι, όμως;
Πως βρέθηκα εκεί;
Και τι απέγινε η Μαρία;
Θα τα μάθω όλα αυτά. Πρώτα όμως πρέπει να ανακαλύψω που βρίσκομαι. Σηκώνομαι στα πόδια μου. Στηρίζω το βάρος στο δεξί και διαπιστώνω πως πράγματι δεν με πονάει. Σα να μην τραυματίστηκα καθόλου. Κάνω ένα βήμα εμπρός και παραπατάω. Νιώθω μια έντονη ζαλάδα. Μάλλον έχει πέσει η πίεση του αίματός μου από τον βαρύ ύπνο και το απότομο ξύπνημα.
Κάθομαι ξανά στο κρεβάτι και αρχίζω να παίρνω βαθιές ανάσες. Σύντομα νιώθω τη ζαλάδα να υποχωρεί. Σηκώνομαι ξανά. Κάνω ένα βήμα και ύστερα και ένα δεύτερο. Η ζαλάδα δεν επανέρχεται. Με πιο πολλή αυτοπεποίθηση τώρα, προχωράω μπροστά. Φτάνω στην πόρτα. Ψάχνω με τα δάχτυλα, μέχρι που βρίσκω το πόμολο. Το γυρνάω. Η πόρτα είναι ξεκλείδωτη και ανοίγει προς τα έξω.
Βγαίνω από το δωμάτιο και βρίσκομαι σε έναν πλατύ διάδρομο. Ιδιαίτερα έντονος φωτισμός από λάμπες αλογόνου, με τυφλώνει στιγμιαία. Σηκώνω το χέρι και καλύπτω τα μάτια μου, μέχρι που συνηθίζουν το εκτυφλωτικό φως.
Κοιτάζω αριστερά και δεξιά. Ο διάδρομος εκτείνεται σε πολλά μέτρα απόσταση και προς τις δυο κατευθύνσεις. Ο χώρος τελειώνει σε μεταλλικές πόρτες που καλύπτουν όλο το πλάτος και το ύψος του. Στους πλαϊνούς τοίχους, υπάρχουν πολλές πόρτες που είναι παρόμοιες με αυτή από την οποία βγήκα. Δεν υπάρχει κάποιο διακριτικό σε καμία από αυτές. Ξεκινώ να μετρήσω πόσες είναι, αλλά το μυαλό μου είναι θολωμένο και μπερδεύομαι στο μέτρημα.
Πάω στην πόρτα που είναι ακριβώς απέναντι από τη δική μου και γυρίζω το πόμολο. Η πόρτα δεν μετακινείται. Είναι κλειδωμένη. Δοκιμάζω μια άλλη που βρίσκεται στα αριστερά της, με το ίδιο αποτέλεσμα.
Βγάζω από το μυαλό μου τις πόρτες και στρέφω την προσοχή μου στον διάδρομο. Οι τοίχοι είναι βαμμένοι άσπροι, το ίδιο χρώμα έχουν και  τα πλακάκια του πατώματος. Τα πάντα φαίνονται πολύ καθαρά. Γενικά, όλος ο χώρος θυμίζει πολύ ένα νοσοκομείο.
Σε νοσοκομείο είμαι; Αισθάνομαι πως το πάτωμα είναι πολύ κρύο. Κοιτάζω προς τα κάτω και διαπιστώνω πως φοράω μόνο μια ρόμπα χωρίς μανίκια. Είναι χρώματος τιρκουάζ.
Κάτι κάνει κλικ μέσα μου. Ξαφνικά νιώθω σίγουρος πως ο χώρος στον οποίο βρίσκομαι δεν είναι νοσοκομείο. Είναι κάτι άλλο. Κάτι χειρότερο.
Πρέπει να φύγω από εδώ μέσα. Άμεσα.
Κοιτάζω και προς τις δυο κατευθύνσεις του διαδρόμου, προσπαθώντας να αποφασίσω προς τα πού να πάω. Ο ήχος που άκουγα όταν ξύπνησα, ακούγεται ξανά. Είναι ο βόμβος από κάποιου είδους μηχάνημα, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς είναι. Ό, τι κι αν είναι πάντως, ακούγεται από αριστερά, όπως βγήκα από το δωμάτιο.
Αυτό με κάνει κι αποφασίζω. Ξεκινώ προς την αριστερή πλευρά του διαδρόμου.
Με ταχύ βήμα, φτάνω στη μεταλλική πόρτα που κλείνει το τέλος του διαδρόμου. Την σπρώχνω για να ανοίξει. Δυσκολεύομαι. Βάζω περισσότερη δύναμη και τα καταφέρνω τελικά.
Βγαίνω σε έναν δεύτερο διάδρομο που απλώνεται κάθετα σε αυτόν που ήμουν νωρίτερα. Αυτός δεν είναι τόσο καλά φωτισμένος όσο ο προηγούμενος, ούτε φαίνεται και τόσο καθαρός και περιποιημένος. Κι αυτός έχει πόρτες και στους δυο τοίχους. Οι πόρτες εδώ είναι πλαστικές και έχουν κολλημένες επάνω τους μεταλλικές πινακίδες που γράφουν από έναν αριθμό. Κοιτάζω πίσω και βλέπω πως η πόρτα που μόλις πέρασα, είχε τον αριθμό 7.
Στα δεξιά μου, ο διάδρομος τελειώνει πέντε μέτρα πιο μακριά. Κι εκεί υπάρχει μια πόρτα. Η πινακίδα που είναι εκεί δεν έχει αριθμό, αλλά λέξεις με κεφαλαία ελληνικά γράμματα.

ΔΩΜΑΤΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ

Μένω ακίνητος, καθώς αναλογίζομαι αυτό. Αυτό το «δωμάτιο ελέγχου» ή ό, τι άλλο είναι, ακούγεται σαν ένα μέρος από όπου πρέπει να περάσω και να ρίξω μια ματιά. Αν μη τι άλλο, ίσως καταλάβω που βρίσκομαι.
Από την άλλη, λογικά δεν θα είναι άδειο. Και αν πράγματι όποιος είναι μέσα έχει κακό σκοπό – κάτι για το οποίο κάθε μου αίσθηση μου με προειδοποιεί πως ισχύει – ίσως δεν είναι καλή ιδέα να ορμήσω μέσα, πρακτικά γυμνός και με άδεια χέρια.
Έτσι, πάω προς την πόρτα που βρίσκεται στην άλλη πλευρά του διαδρόμου. Στέκομαι όμως, γιατί η πινακίδα της τελευταίας πόρτας δεν έχει αριθμό αλλά δυο γράμματα.

WC

 Μπαίνω μέσα. Κοιτάζω τον εαυτό μου σε έναν μεγάλο καθρέφτη που είναι πάνω από τους νιπτήρες. Τρομάζω μόλις αντικρίζω την όψη μου, είναι πολύ άσχημη. Στα πλαϊνά του μετώπου και από τις δυο πλευρές, υπάρχουν δυο μικρές πληγές από όπου έχει τρέξει λίγο αίμα. Υποθέτω πως εκεί ήταν τα καλώδια που τράβηξα όταν συνήλθα. Βλέπω πως το χρώμα του προσώπου μου είναι υπερβολικά χλωμό και τα χαρακτηριστικά μου είναι τραβηγμένα.
Γενικά, η εμφάνισή μου δίνει την εντύπωση πως είτε ήμουν βαριά άρρωστος και μόλις συνήλθα, είτε μόλις είχα ξεπεράσει κάποια μεγάλη σωματική δοκιμασία.
Μόλις συνέρχομαι από το σοκ του να παρατηρώ τον εαυτό μου σε αυτή την κατάσταση, ανοίγω τη βρύση και ρίχνω άφθονο νερό στο πρόσωπό μου. Ύστερα σκύβω μπροστά και πίνω για αρκετή ώρα. Στέκομαι ξανά όρθιος και αντικρίζω τον καθρέφτη. Η ίδια εικόνα που είδα και πριν, με αντιμετωπίζει ξανά.
Νιώθω το αίμα μου ανεβαίνει στο κεφάλι. Θα φύγω από εδώ μέσα – όπου κι αν είμαι – αλλά πρώτα θα βρω ποιος είναι υπεύθυνος για αυτή την κατάσταση, θα μάθω τι έκανε και ύστερα θα του πω τη γνώμη μου για αυτό.
Και νομίζω πως του αξίζει να του αφήσω και δυο ή τρία από τα δόντια του σπασμένα.
Ή ίσως και τη μύτη. Θα δούμε όταν τον συναντήσω.
Βγαίνω ξανά από το WC και κατευθύνομαι προς την αντίθετη κατεύθυνση από το Δωμάτιο Ελέγχου. Νιώθω πιο έντονα το συναίσθημα πως πρέπει να εξοπλιστώ με κάποιον τρόπο.
Ανοίγω τη μεγάλη άσπρη πόρτα και βγαίνω από τον διάδρομο σε μια ευρύχωρη αίθουσα που φωτίζεται ελάχιστα από λίγα ηλεκτρικά φώτα. Όταν τα μάτια μου συνηθίζουν ξανά στο ημίφως, αρχίζω και διακρίνω κάποιες λεπτομέρειες του χώρου. Παρατηρώ την παρουσία ενός ξύλινου γραφείου με έναν υπολογιστή από τη μια πλευρά. Από την άλλη δεσπόζουν μια σειρά από μεταλλικές καρέκλες και ένα χαμηλό τραπέζι από, αριστερά και δεξιά από τις καρέκλες είναι τοποθετημένα ένας μεταλλικός κάδος και ένα μεγάλο φυτό. Για κάποιο λόγο, αυτός εδώ ο χώρος μου φαίνεται οικείος.
Υπερβολικά οικείος.
Κοιτάζω την έξω πλευρά της πόρτας την οποία μόλις άνοιξα. Έχει κι αυτή μια πινακίδα επάνω. Κάτι γράφει αλλά είναι πολύ σκοτεινά για να διακρίνω τα γραφόμενα. Πλησιάζω πολύ κοντά και κοιτάζω την πινακίδα προσεκτικά. Σύντομα, καταφέρνω και διαβάζω τα γράμματα.

ΠΡΟΣΟΧΗ – ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟΥΣ ΜΗ ΕΧΟΝΤΕΣ ΓΡΑΠΤΗ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ

Ξαφνικά νιώθω μια ανατριχίλα να με κυριεύει. Αναγνωρίζω πως αυτό είναι το γραφείο όπου είχα έρθει για εκείνη τη συνέντευξη μόλις εχθές. Εδώ ήταν που λιποθύμησα αφού ήπια το νερό που μου προσφέρανε. Αναρρίγησα ολόκληρος.
Πως ήρθα ξανά εδώ;
Πότε;
Γιατί ξύπνησα με καλώδια κολλημένα στο σώμα μου και άλλα καρφωμένα στο κεφάλι μου;

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Έρημη Πόλη: Κεφάλαιο 12ο



Νιώθω σαν να είμαστε δυο ποντίκια που τρέχουμε εδώ κι εκεί μέσα σε έναν τεχνητό λαβύρινθο. Παραδομένοι στο έλεος κάποιων αδίστακτων επιστημόνων, που μας παρατηρούν από κάπου ψηλά, κρατάνε σημειώσεις, και ίσως ενίοτε να γελάνε αν κάνουμε κάτι πολύ έξυπνο ή υπερβολικά κουτό.
Ναι, φαντάζομαι πως αν αυτοί οι ανελέητοι άνθρωποι μας παρακολουθούν από το πρωί, θα διασκέδασαν αφάνταστα τη στιγμή που έπεσα και τραυματίστηκα μόνος μου, τη στιγμή που κατέβαινα δυο απλά σκαλοπάτια. Δεν βρίσκω καθόλου ευχάριστη αυτή τη σκέψη.
«Εγώ θα καθίσω να παίξω με τις κούκλες μου τώρα», ακούω τη Μαρία να μου ανακοινώνει με στόμφο.
«Εντάξει. Μόνο που θέλω να μείνεις σχετικά κοντά στο τζάκι, έτσι ώστε να βλέπεις και να ζεσταίνεσαι. Μην απομακρυνθείς από αυτό. Εντάξει;»
«Εντάξει», λέει. Χωρίς να πει άλλη κουβέντα, κάθεται οκλαδόν στο χαλί μπροστά στο τζάκι. Για καλό και για κακό, βάζω μπροστά στο τζάκι ένα μεταλλικό πλέγμα που ήταν τοποθετημένο εκεί δίπλα. Δεν θέλω να πεταχτεί κανένα φλεγόμενο θραύσμα από τα ξύλα και να τη χτυπήσει. Αρκεί να είναι ο ένας από τους δυο μας τραυματισμένος.
Αφήνω τη Μαρία να παίζει με την ησυχία της και κάθομαι λίγο παραπέρα, σε μια πολυθρόνα με θέα προς μια γυάλινη πόρτα, που προφανώς οδηγεί στη βεράντα. Κοιτάζω έξω, ατενίζοντας τη σκοτεινή νύχτα.
Έχουν περάσει πολλά χρόνια από την τελευταία φορά που κάπνισα. Αλλά εκείνη τη στιγμή, ευχαρίστως θα δεχόμουν ένα τσιγάρο. Απλώνω τα πόδια μου, πάνω σε ένα τραπεζάκι που υπάρχει μπροστά από την πολυθρόνα. Αισθάνομαι ελαφρύ πόνο από το χτυπημένο πόδι. Ο πόνος μου θυμίζει πως δεν το έχω φροντίσει καθόλου από την ώρα του τραυματισμού μου. Αρκετά το έχω αφήσει απεριποίητο.
Σηκώνομαι αργά και κουτσαίνοντας, περπατάω μέχρι το ψυγείο. Ανοίγω την κατάψυξη και παίρνω αρκετά παγάκια. Ανοίγω τα ντουλάπια μέχρι που βρίσκω το σημείο όπου η μητέρα της Μαρίας φυλούσε τις πετσέτες. Παίρνω μια, βάζω πάνω τα παγάκια και την τυλίγω γύρω τους.
Κρατώντας το δέμα, επιστρέφω αργά στην πολυθρόνα όπου καθόμουν νωρίτερα. Βγάζω το δεξιό παπούτσι, παρά το κρύο. Απλώνω ξανά τα πόδια στο τραπεζάκι, και βάζω την πετσέτα με τα τυλιγμένα παγάκια πάνω από το δεξί πόδι. Νιώθω το πόδι μου να παγώνει άμεσα γύρω από τον αστράγαλο, αλλά ξέρω πως αυτό του κάνει καλό. Το κρύο υλικό μειώνει τη ζημιά στους συνδέσμους και περιορίζει το αναπόφευκτο πρήξιμο.
Το βλέμμα μου φεύγει ξανά, έξω από το παράθυρο. Κοιτάζω τη μαύρη, άναστρη σκοτεινιά.
Άναστρη; Ξαφνικά το σκέφτηκα. Πριν δύσει ο ήλιος, ο ουρανός ήταν αίθριος. Εκτός φυσικά, από εκείνη την ομίχλη που με εμπόδισε να φύγω. Χωρίς τη φωτορύπανση που συνήθως προκαλεί ο νυχτερινός φωτισμός των πόλεων, αυτή τη στιγμή ο ουρανός θα έπρεπε να είναι γεμάτος χιλιάδες φωτάκια.
Κι όμως, δεν υπάρχει τίποτε στον ουρανό. Τίποτε, εκτός από απέραντο μαύρο.
Κανένα αστέρι.
Θα μου έκανε εντύπωση, αλλά μετά τα τόσα περίεργα που συνέβησαν σήμερα, αυτό είναι από τα μικρότερα. Ακουμπώ πίσω στην πολυθρόνα και σκέφτομαι ξανά, τι ωραία που θα ήταν να είχα ένα τσιγάρο και να το άναβα αυτή τη στιγμή.
Το αυτί μου πιάνει πως η Μαρία κάτι μονολογεί. Δίνω περισσότερη προσοχή και ακούω πως μάλλον κάτι τραγουδάει. Έχει πάρει μια από τις κούκλες της και της χτενίζει τα μαλλιά. Το καημένο κι αυτό, τι να σκέφτεται αυτή τη στιγμή! Αν εγώ τα έχω χαμένα μια φορά με την κατάσταση στην οποία βρέθηκα ξαφνικά, ούτε που μπορώ να φανταστώ τι περνάει από το μυαλό αυτού του παιδιού.
Το μυαλό μου πάει ξανά σε εκείνη τη σκοτεινή επιφάνεια – την τρύπα – που εντόπισα μέσα στη ντουλάπα. Πρέπει να πάω και να την παρατηρήσω ξανά.
Κατεβάζω τα πόδια από το τραπεζάκι και βάζω την πετσέτα με τα παγάκια πάνω στο τραπεζάκι. Κάνει αρκετό κρύο ώστε να μην ανησυχώ πως θα έχουν λιώσει μέχρι να επιστρέψω.
Επιχειρώ να φορέσω ξανά το μποτάκι που είχα βγάλει. Μπαίνει με πιο πολλή δυσκολία από ότι συνήθως. Δεν κατάφερα να αποτρέψω το πρήξιμο τελικά. Περπατώ με δυσκολία μέχρι την κουζίνα και ανεβαίνω ξανά στην καρέκλα όπου είχα ανέβει και νωρίτερα. Ανοίγω το ντουλάπι, μετακινώ δυο μπολ και στρέφω το φως του φακού ξανά προς την πίσω επιφάνεια.
Αυτό που αντικρίζω στο πίσω μέρος, είναι η προέκταση του τοίχου της κουζίνας. Ούτε μαύρη επιφάνεια, ούτε άπατη τρύπα, ούτε τίποτε.
Ένας απλός τοίχος.
Ένας απλός διαολεμένος τοίχος.
Νιώθω τα νεύρα μου να φουντώνουν. Σχεδόν δίνω γροθιά στην πόρτα της ντουλάπας. Τελευταία στιγμή συγκρατώ το χέρι μου. Δεν θέλω να αναστατώσω τη Μαρία και σίγουρα δεν θέλω να τραυματίσω κι άλλο μέλος. Ο χτυπημένος μου αστράγαλος είναι αρκετός για μια μέρα. Ειδικά για μια μέρα σαν τη σημερινή.
Νιώθω εντελώς αποκαρδιωμένος. Κατεβαίνω από την καρέκλα και κατευθύνομαι αργά ξανά προς το καθιστικό και το τζάκι. Ρίχνω μια ματιά στη Μαρία. Αυτή συνεχίζει και παίζει με τις κούκλες της, αδιαφορώντας εντελώς για μένα. Σωριάζομαι στην πολυθρόνα, ξαναβάζω τον πάγο στο πόδι και αφήνομαι να κοιτάζω έξω, τη σκοτεινιά.
Κάνω συνειδητή προσπάθεια να μην σκέφτομαι τίποτε. Δεν θέλω να υπάρχει τίποτε μέσα στο μυαλό μου.
Στο μυαλό μου σχηματίζεται η εικόνα από ένα πειραματόζωο που είναι χαμένο σε έναν λαβύρινθο και ψάχνει να βρει την έξοδο. Είναι τρομαγμένο και δεν μπορεί να δει πως κάποιος το παρατηρεί από ψηλά. Με τα μάτια της φαντασίας μου, αυτός ο κάποιος φοράει άσπρα και κρατάει ένα λευκό χαρτί. Σημειώνει κάτι στο χαρτί. Στη συνέχεια πατάει ένα κόκκινο κουμπί που βρίσκεται ακριβώς μπροστά του και το πειραματόζωο…
Νιώθω ένα σκούντημα στο αριστερό χέρι και συνέρχομαι απότομα. Πετάγομαι ξαφνιασμένος και τρομάζω τη Μαρία, της οποίας το χέρι ήταν που με σκούντηξε.
«Τι έγινε; Είσαι καλά;» ρωτάω.
«Καλά είμαι. Είχες μείνει πολλή ώρα ακίνητος και φοβήθηκα», μου απαντάει.
Αυτό είναι μια μικρή έκπληξη για μένα. Δεν είχα καταλάβει πως είχα μείνει έτσι για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.
«Ναι, ε; Πόση ώρα έμεινα δηλαδή;» ρωτάω ξανά.
«Πολλές ώρες!» μου λέει με έμφαση. Δεν την πιστεύω. Κάπου είχα διαβάσει πως τα παιδιά, πολλές φορές έχουν εσφαλμένη αντίληψη του πως περνάει ο χρόνος. Στην πραγματικότητα, το πιο πιθανό είναι πως δεν έχουν περάσει περισσότερα από μερικά λεπτά.
Ρίχνω μια ματιά στο κινητό μου για να βεβαιωθώ για την ώρα. Πλησίαζε δέκα το βράδυ. Τελικά η Μαρία είχε δίκιο, είχα μείνει για πολύ χρόνο χαμένος στις σκέψεις μου.
Επίσης, πλησιάζει η ώρα που μάλλον πρέπει να τη βάλω για ύπνο. Ήδη έχει μείνει ξύπνια για παραπάνω από όσο πρέπει.
«Νυστάζεις;» τη ρωτάω. Αυτή δεν απαντάει, απλά γνέφει καταφατικά. Μάλλον θα ήταν καλή ιδέα να τη βάλω να κοιμηθεί κοντά στο τζάκι, να είναι καλύτερα από άποψη ζέστης. Λογικά, το δωμάτιό της θα είναι παγωμένο και αν ξαπλώσει εκεί θα κρυώσει.
«Νομίζω πως είναι καλύτερα να ξαπλώσεις εδώ, κοντά στη φωτιά», της λέω. «Θες να σου ετοιμάσω;»
«Ναι», μου λέει. Χαμογελάει. Σηκώνομαι από την πολυθρόνα και την αφήνω να με οδηγήσει στο δωμάτιό της. Υπό το φως του φακού, διαλέγω ένα σεντόνι άσπρο με πολύχρωμα αρκουδάκια, το μαξιλάρι και το πάπλωμα που είχε στο κρεβάτι της. Νομίζω πως αυτά θα είναι αρκετά για να μείνει ζεστή όλη τη νύχτα, ακόμη κι αν χαμηλώσει η φλόγα από το τζάκι.
Επιστρέφουμε στο καθιστικό και στρώνω το σεντόνι στον καναπέ που είναι μπροστά από το τζάκι. Νομίζω πως εκεί η Μαρία θα είναι άνετα. Εγώ θα στρώσω να κοιμηθώ στο πάτωμα, ανάμεσα στον καναπέ και το τζάκι.
«Δεσποινίς μου, είστε έτοιμη!» της λέω, επιστρατεύοντας το πιο πλατύ χαμόγελο που μπορώ.
Με κοιτάζει με περιέργεια. «Δεν θα με βάλεις να βουρτσίσω τα δόντια μου;» ρωτάει κοιτάζοντάς με.
Το σκέφτομαι λίγο. Τελικά αποφασίζω πως τα δόντια της δεν πρόκειται να πάθουν κάτι αν δεν τα βουρτσίσει μια μέρα. Η στάθμη της μπαταρίας του κινητού είναι εδώ και ώρα στις δυο γραμμές, το πιο πιθανό ήταν πως η μια γραμμή δεν ήταν πολύ μακριά. Καλύτερα θα ήταν να κάνω λίγη οικονομία στην ενέργεια, τουλάχιστον μέχρι να βρω κάποιον κανονικό φακό.
«Επειδή σε βλέπω πως είσαι κουρασμένη τώρα, δεν θα πλύνεις τα δόντια σου απόψε. Θα τα βουρτσίσουμε αύριο το πρωί, πιο πολλή ώρα από ό, τι συνήθως. Έτσι, θα αναπληρώσουμε και για το ότι δεν τα πλύναμε απόψε. Τι λες; Συμφωνείς;»
Μου χαμογελάει και πριν προλάβω να αντιδράσω, ορμάει πάνω μου και με αγκαλιάζει. Το κεφάλι της, ίσα που φτάνει μέχρι τη μέση μου. Την πιάνω κι εγώ από τους ώμους της. Νιώθω μια συγκίνηση να απλώνεται μέσα μου.
Ύστερα από λίγο, με αφήνει και σηκώνει το κεφάλι της ώστε να με κοιτάξει στο πρόσωπο.
«Ευχαριστώ», μου λέει. Κάτι στο ύφος της με κάνει να καταλάβω πως δεν με ευχαριστεί μόνο γιατί της επέτρεψα να μην βουρτσίσει τα δόντια της. Η συγκίνηση που ένιωσα νωρίτερα γιγαντώθηκε.
«Να’ σαι καλά», καταφέρνω να απαντήσω τελικά. Την πιάνω από το χέρι και τη βάζω να ξαπλώσει στον στρωμένο καναπέ. Κατόπιν, την σκεπάζω με το πάπλωμα. Με κοιτάζει και χαμογελάει. Χαμογελάω κι εγώ.
«Καληνύχτα και όνειρα γλυκά, Μαράκι», της λέω.
«Καληνύχτα», μου απαντάει. Γυρίζει για να ξαπλώσει στα πλάγια. Την κοιτάζω για λίγο. Ύστερα, φεύγω για να βρω κάτι, να στρώσω στο πάτωμα και να ξαπλώσω κι εγώ. Νιώθω κι εγώ τα βλέφαρά μου να βαραίνουν καθώς περνάει η ώρα.
Ύστερα από σύντομη αναζήτηση, αποδεικνύομαι τυχερός. Στο πρώτο ντουλάπι που ανοίγω, βρίσκω ένα πλήρες σετ εκδρομής. Και μέσα σε αυτό, δυο αντικείμενα που χρειαζόμουν. Έναν μεγάλο φακό και έναν υπνόσακο.
Δοκιμάζω αν ανάβει ο φακός, με επιτυχία. Τουλάχιστον, φως θα έχουμε να κινηθούμε. Απενεργοποιώ το κινητό μου, μιας και είναι ευκαιρία να κάνω λίγη οικονομία στη μπαταρία του.
Επιστρέφω στο καθιστικό. Ρίχνω μια ματιά στη Μαρία και διαπιστώνω πως ήδη κοιμάται βαθιά. Ας ξεκουραστεί το καημένο, όσο περισσότερο μπορεί. Φευγαλέα περνάει μπροστά από τα μάτια μου η εικόνα του πως τη συνάντησα για πρώτη φορά. Μέσα στη μέση του δρόμου, να κρατάει την κούκλα της. Κι εγώ να έχω το νου μου να πειράζω το ραδιόφωνο και να μην κοιτάζω μπροστά μου. Συνέπεια τούτων, παραλίγο να τη χτυπούσα και να μην την είχα για παρέα τώρα.
Είμαι σίγουρος πως αν δεν την είχα συναντήσει, τα λογικά μου θα είχαν σαλέψει ύστερα από τα τόσα πολλά παράδοξα που αντιμετώπισα σήμερα.
Απλώνω τον υπνόσακο μπροστά από τον καναπέ, κοντά στο τζάκι. Ενισχύω τη φωτιά με επιπλέον ξύλα. Λογικά, η πυρά θα κρατήσει μέχρι αύριο το πρωί που θα ξυπνήσουμε. Από εκεί και πέρα, βλέπουμε πως θα κινηθούμε.
Μπαίνω μέσα στον υπνόσακο, νιώθοντας το χτυπημένο πόδι μου να πονάει. Το ύφασμα μαλακώνει αρκετά τη σκληρότητα του πατώματος, τόσο που πιστεύω πως θα κοιμηθώ άνετα. Η νύστα αρχίζει και με καταβάλλει. Ακούω τις αργές, ρυθμικές ανάσες της Μαρίας που κοιμάται. Σκέφτομαι το πόσο καθησυχαστική επίδραση έχει αυτός ο ήχος πάνω μου. Από την άλλη πλευρά, τα ξύλα τρίζουν καθώς οι φλόγες τα τυλίγουν όλο και περισσότερο.
Το σώμα μου χαλαρώνει εντελώς, τα βλέφαρά μου βαραίνουν. Καθώς οι δυνάμεις μου με εγκαταλείπουν, στα όρια των αισθήσεών μου αντιλαμβάνομαι μια κίνηση κοντά μου. Ίσως άκουσα κάποια βήματα. Δεν είμαι σίγουρος.
Αποτέλεσμα είναι, πως καθώς ο ύπνος με πλησίαζε, τα μάτια μου μισοάνοιξαν ξανά. Αντικρίζω ένα πρόσωπο να σκύβει πάνω από το κεφάλι μου και να με κοιτάζει. Το πρόσωπο είναι γνώριμο, με κάποιον τρόπο. Το κοιτάζω, χωρίς να μπορέσω να το αναγνωρίσω.
«Ξύπνα…» μου λέει με σιγανή φωνή.
Εκείνη τη στιγμή μια έκλαμψη περνάει από το μυαλό μου και τον αναγνωρίζω. Είναι το πρόσωπο εκείνου του τύπου που μου πούλησε το φυλαχτό στην Αθήνα, χθες.
Η τελευταία μου σκέψη ήταν, τι δουλειά έχει αυτός εδώ; Πως μας βρήκε;
Και ύστερα τα μάτια μου έκλεισαν ξανά και ένας βαρύς ύπνος με τύλιξε.

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Έρημη Πόλη: Κεφάλαιο 11ο



Φτάσαμε στο αυτοκίνητο και μπήκαμε μέσα. Επιχείρησα να το ξεκινήσω. Δεν έπαιρνε μπροστά. Ξανά και ξανά. Στο μυαλό μου ήρθε μια βρισιά. Τη συγκράτησα, ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πριν βγει από το στόμα μου. Μέχρι μερικές ώρες νωρίτερα δεν ήξερα τη Μαρία, αλλά ήδη ένιωθα στοργή για αυτή. Σκέφτηκα πως δεν θα ήθελα να με ακούει να βρίζω με το παραμικρό.
«Έχει κάτι το αυτοκίνητο και δεν ξεκινάει;» ρώτησε η μικρή. Η φωνή της πρόδιδε πως ήταν αγχωμένη.
«Το κάνει καμία φορά. Ειδικά όταν έχει κρύο, μερικές φορές δεν ξεκινάει εύκολα. Μη φοβάσαι», της είπα.
Δοκίμασα ξανά. Τίποτε.
Εκείνη τη στιγμή, άρχισα να αγχώνομαι κι εγώ. Το σπίτι της Μαρίας ήταν γύρω στα τρία χιλιόμετρα μακριά από τη θέση μας. Ήταν πολύ μεγάλη απόσταση για να την κάνουμε περπατώντας, ειδικά με το χτυπημένο μου πόδι. Και φυσικά, δεν με ενέπνεε η ιδέα του να περπατάμε στα σκοτεινά, με μοναδικό φως αυτό του κινητού μου. Σκέφτηκα πως τουλάχιστον μέχρι να βρούμε κανονικούς φακούς, θα έπρεπε να κάνω οικονομία στην μπαταρία.
Το τελευταίο που θα ήθελα εκείνη τη στιγμή, θα ήταν να τελείωνε και η μπαταρία και να μέναμε μόνοι, μέσα στο σκοτάδι και τη σιωπή. Μέσα σε μια πόλη, που όπως όλα έδειχναν, οι μόνοι που είχαμε απομείνει ήταν το κοριτσάκι αυτό κι εγώ.
Όχι. Αυτό θα ήταν μια γερή δοκιμασία για τα νεύρα μου. Μια δοκιμασία, στην οποία πίστευα πως θα αποτύγχανα.
Κράτησα την αναπνοή μου και δοκίμασα ξανά να ξεκινήσω το αυτοκίνητο. Δυσκολεύτηκε…
…αλλά αυτή τη φορά ξεκίνησε. Ένας αναστεναγμός ανακούφισης ξέφυγε από τα χείλη μου. Από τη θέση του συνοδηγού, η Μαρία χειροκρότησε ενθουσιασμένη.
«Ναι! Φεύγουμε από το μαύρο μέρος!» αναφώνησε, προκαλώντας μου έκπληξη εκ νέου, μιας και έδωσε μια τόσο απλή αλλά ακριβή περιγραφή για τον σκοτεινό σταθμό.
Επιστρέψαμε στο σπίτι της Μαρίας. Ανεβήκαμε πάνω, με περισσότερη δυσκολία, μιας και το πόδι πονούσε περισσότερο όσο περνούσε η ώρα. Σκέφτηκα πως έπρεπε να του βάλω πάγο σύντομα. Ακόμη πιο επιτακτική όμως, ήταν η ανάγκη να ανάψω τη φωτιά.
Κι επίσης, θα έπρεπε να βρω έναν φακό για να κυκλοφορώ. Η ένδειξη για το επίπεδο της μπαταρίας του κινητού μου, έπεσε στις δυο γραμμές.
Υπενθύμισα στον εαυτό μου πως πρέπει να κινούμαι ένα βήμα τη φορά. Αποφάσισα πρώτα να ασχοληθώ με το τζάκι και τη φωτιά.
«Μαρία, που υπάρχουν ξύλα για να το ανάψουμε;» ρώτησα.
«Νομίζω, κάτω έχει», απάντησε η Μαρία, ζαρώνοντας τη μύτη της σα να προσπαθούσε να σκεφτεί πιο γρήγορα.
«Πάμε να μου δείξεις;» πρότεινα.
Η κατάβαση ήταν πιο επίπονη, λόγω του τραυματισμού μου. Κι η ανάβαση ακόμη χειρότερη, που είχα και την αγκαλιά μου γεμάτη καυσόξυλα. Έδωσα και δυο μικρότερα στη Μαρία να ανεβάσει, για να νιώθει κι αυτή πως βοηθάει λίγο. Τα πήρε κι ανέβαινε τα σκαλοπάτια μπροστά μου, ενώ είχε κατεβασμένο το κεφάλι και ήταν σκεπτική. Γυρνούσε και με κοιτούσε συνέχεια, καθώς ανέβαινα αργά και προσπαθούσα να μην κουτσαίνω.
Άναψα τη φωτιά στο τζάκι με ευκολία. Ευτυχώς που στις τελευταίες επισκέψεις στο οικογενειακό μας σπίτι στο χωριό, αναλάμβανα μόνος μου να κάνω αυτή τη δουλειά κι έτσι είχα μια εξοικείωση με ξύλα και προσανάμματα.
Εκείνη τη στιγμή, αναρωτήθηκα για μια στιγμή για το πώς να είναι η οικογένειά μου. Αν είναι καλά ή αν έχουν εξαφανιστεί και αυτοί. Το σκέφτηκα για λίγο και ύστερα με πόνο ψυχής, αποφάσισα πως, τουλάχιστον εκείνη τη στιγμή, δεν μπορούσα να κάνω τίποτε για να μάθω το τι έχουν απογίνει.
Ή, το τι έχει απογίνει ο οποιοσδήποτε από αυτούς που είναι εξαφανισμένοι.
Πολύ σύντομα, μια μεγάλη φλόγα φώτιζε και ζέσταινε το καθιστικό του μεγάλου αυτού διαμερίσματος. Πήγα στο δωμάτιο της Μαρίας και της έφερα κι άλλες κούκλες για να κρατηθεί απασχολημένη. Ύστερα, κατέβηκα ξανά στο υπόγειο κι έφερα ακόμη περισσότερα καυσόξυλα. Λογικά, με όσα είχαμε θα βγάζαμε ολόκληρο το βράδυ.
Κοίταξα την πόρτα. Μια τυπική, ενισχυμένη, πόρτα ασφαλείας. Ήμασταν τυχεροί που η Μαρία είχε μαζί της τα κλειδιά όταν την συνάντησα για πρώτη φορά. Αν δεν τα είχε πάρει, θα ήταν απίθανο να καταφέρναμε να την ανοίξουμε. Αντιδρώντας σε μια ξαφνική παρόρμηση, την κλείδωσα. Ένιωσα λίγο περισσότερη ασφάλεια, όταν οι περιστροφές του κλειδιού ολοκληρώθηκαν.
Και ύστερα, ήρθε η ώρα του φαγητού. Στο ψυγείο, είχε διάφορα υλικά αλλά τίποτε μαγειρεμένο. Δεν είχα διάθεση να καθίσω να ετοιμάσω κάποιο γκουρμέ πιάτο. Βρήκα τυλιγμένο με μια πετσέτα σε ένα καλαθάκι, ένα καρβέλι ψωμί που φαίνονταν σπιτικά ζυμωμένο. Βρήκα και κάποιες κονσέρβες με όσπρια. Αυτά πίστευα πως θα ήταν αρκετά για ένα δείπνο ανάγκης.
Αλλά όπως αποδείχθηκε, υπολόγιζα χωρίς τον ξενοδόχο, που εκείνο το βράδυ λέγονταν Μαρία.
«Φάε τουλάχιστον δυο κουταλιές και λίγο ψωμί», της ξαναλέω. Εκπλήσσω τον εαυτό μου με τη συμπεριφορά μου. Όσο περνάει η ώρα, ακούγομαι όλο και περισσότερο σα να είμαι ο πατέρας της.
Η σκέψη αυτή παραλίγο να μου φέρει γέλια. Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να ακούσω τι θα έλεγε η Ελένη, αν μπορούσε να με δει αυτή τη στιγμή. Το κύριο παράπονό της από τη συμπεριφορά μου – και η πιο συχνή αιτία καυγάδων μας – είναι πως πολύ συχνά φέρομαι όχι σαν άντρας της ηλικίας μου, αλλά σαν ένα ανώριμο αγοράκι.
Σήμερα, νομίζω πως αν μπορούσε να με δει θα άλλαζε γνώμη.
Σκέφτομαι γεμάτος πίκρα για μια στιγμή πόσο θα ήθελα να μπορούσε να με δει, και ύστερα στρέφω την προσοχή μου στο πεισμωμένο κορίτσι που με κοίταζε.
«Όχι», απαντάει απλά η Μαρία, με ύφος που δείχνει πως δύσκολα θα την πείσω να αλλάξει γνώμη.
Αλλά αυτό το σκασμένο παιδί γιατί επιμένει να μην θέλει να φάει;
«Δεν μπορώ να σου μαγειρέψω τίποτε άλλο αυτή τη στιγμή. Αυτά έχουμε και πρέπει να τα φας!» λέω κι ο τόνος της φωνής μου αφήνει τα νεύρα μου να φανούν.
Η Μαρία με κοιτάζει. «Μπορώ να φάω κουλουράκια;» ρωτάει διστακτικά.
Το ύφος της με ηρεμεί. Ναι, ίσως να είναι καλή ιδέα. Ή μπορεί να κάνουμε μια συμφωνία.
«Έχετε κουλουράκια; Δείξε μου που τα έχετε», της λέω.
Σηκώνεται από την καρέκλα της.
«Έλα», με προτρέπει. Πιάνω το κινητό, ενεργοποιώ τον φακό και την ακολουθώ. Πάμε στην κουζίνα. Μου δείχνει ένα από τα ντουλάπια της πάνω σειράς.
«Η μαμά τα βάζει εκεί για να μην τα φτάνω. Αν τα βρω, τρώω πολλά μαζί!» μου ανακοινώνει με μια δόση περηφάνιας. Μάλλον της αρέσουν υπερβολικά, αν κρίνω από το πόσο ψηλά είναι.
Ανοίγω το ντουλάπι. Στο κάτω ράφι, έχει διάφορα πακέτα με ζυμαρικά και όσπρια. Στο επάνω, βλέπω διάφορα μεταλλικά και πλαστικά σκεύη. Μάλλον κάποιο από αυτά θα περιέχει τα αγαπημένα κουλουράκια της Μαρίας. Αυτό είναι πολύ ψηλά για να το φτάσω. Πρέπει να ανεβώ κάπου.
Κοιτάζω τριγύρω και το βλέμμα μου πέφτει σε μια μεταλλική καρέκλα που ήταν εκεί. Ναι, αυτή είναι ό, τι πρέπει. Την φέρνω μπροστά από το ντουλάπι, ενώ συγχρόνως εξετάζω την ιδέα, να προτείνω στη Μαρία, για κάθε κουταλιά όσπρια που τρώει, να της δίνω κι από ένα κουλουράκι. Μετά, ένα ποτήρι γάλα και θα είναι εντάξει για απόψε. Χαμογελάω γιατί ξανά μου έρχεται στο μυαλό πως φέρομαι εντελώς σα να είμαι γονιός της.
Κι αμέσως μορφάζω από τον πόνο, γιατί ξεχάστηκα, ανέβηκα χαλαρός στο έπιπλο και πίεσα το πονεμένο μου πόδι.
Τώρα που το θυμήθηκα, πρέπει να κοιτάξω αν υπάρχει πάγος. Ήδη έχω καθυστερήσει αρκετά να βάλω στο πόδι μου. Το λογικό αποτέλεσμα θα είναι να πρηστεί άσχημα και να υποφέρω αργότερα. Αυτό πραγματικά δεν το χρειάζομαι τη συγκεκριμένη στιγμή.
Κοιτάζω στο ντουλάπι, βγάζω ένα μεταλλικό σκεύος. Ανοίγω το σκέπασμα. Πράγματι, αυτό είναι που έχει τα κουλουράκια. Το κλείνω ξανά και είμαι έτοιμος να κατέβω από την καρέκλα.
Εκείνη τη στιγμή, κάτι μου φαίνεται πως βλέπω μέσα στο ντουλάπι. Ανεβάζω ξανά το κινητό και φωτίζω το εσωτερικό του μικρού χώρου. Το θέαμα που βλέπω είναι απίστευτο και ανεξήγητο. Νιώθω πως τα μάτια μου ανοίγουν διάπλατα από την έκπληξη. Αμέσως μετά, ακολουθεί και το στόμα μου.
Όπως είδα και με την πρώτη ματιά, μέσα στο ντουλάπι υπάρχει μια στοίβα από μπολ. Άλλα είναι πλαστικά και άλλα μεταλλικά. Αρχικά η στοίβα έπιανε όλο το ύψος του ραφιού. Όταν έβγαλα ένα, το ύψος της στοίβας χαμήλωσε. Κανονικά, θα έπρεπε τώρα να βλέπω το πίσω μέρος του ντουλαπιού.
Αντί αυτού όμως, βλέπω μια μαύρη επιφάνεια. Δεν μπορώ να την περιγράψω. Πιάνω κι άλλο ένα μπολ στο χέρι μου για να την δω καλύτερα. Σηκώνω το κινητό και τη φωτίζω με τη δέσμη του φωτός. Η μαύρη επιφάνεια δεν αντανακλάει καθόλου το φως. Αντίθετα, δείχνει να το απορροφάει.
Μου φαίνεται σα να κοιτάζω μέσα σε μια πολύ βαθιά τρύπα, μια που δεν φαίνονται τα τοιχώματά της. Κάτι που φυσικά είναι αδύνατο να υπάρχει μέσα σε μια ντουλάπα ενός διαμερίσματος σε όροφο πολυκατοικίας.
Μου δημιουργείται η ιδέα να απλώσω το χέρι και να ψηλαφήσω τη μαύρη επιφάνεια. Ξεκινάω να το κάνω, αλλά στην πορεία αποφασίζω πως δεν είναι καλή ιδέα. Δεν ξέρω τι είναι αυτό, ούτε καν γιατί υπάρχει. Φευγαλέα περνάει από το μυαλό μου η εικόνα από κάτι άγνωστο που παραφυλάει πίσω από αυτή την επιφάνεια, περιμένοντας να απλώσω το χέρι μου για να μου το αρπάξει.
Αυτό με αποθαρρύνει οριστικά. Κατεβαίνω από την καρέκλα και ξανά ξεχνιέμαι και πατάω με δύναμη στο πονεμένο μου πόδι. Στο μυαλό μου αναπαράγω ακόμη αυτό που είδα μέσα στο ντουλάπι. Σχεδόν σωριάζομαι κάτω από τον ξαφνικό πόνο.
«Εϊ! Τι έχεις; Είσαι καλά;» ακούω τη Μαρία να ρωτάει. Την κοιτάζω και βλέπω πως έχει απλωμένα τα χέρια της προς το μέρος μου. Προφανώς ανυπομονεί να της δώσω μερικά από τα κουλουράκια που κρατάω.
«Καλά είμαι. Απλά κάτι σκεφτόμουν», λέω ψέματα. «Έλα, πάμε ξανά να καθίσουμε ξανά μπροστά στο τζάκι».
«Δώσε μου κουλουράκια!» λέει.
«Θα κάνουμε μια συμφωνία», απάντησα, δίνοντας λόγια στις σκέψεις μου. «Για κάθε κουταλιά φασόλια που θα φας, θα σου δίνω κι ένα κουλουράκι. Όχι παραπάνω», της λέω και την βλέπω να κατσουφιάζει αυτόματα.
«Μόνο κουλουράκια!» λέει με πείσμα.
«Όχι μόνο κουλουράκια. Όπως σου είπα», ξαναλέω, προσπαθώντας να φανώ σταθερός και αμετακίνητος στη θέση μου. Χαμογελάω λίγο. «Άντε, αν είσαι καλό κορίτσι, για κάθε κουταλιά θα σου δώσω δυο κουλουράκια».
Μάλλον η δεύτερη πρότασή μου της είναι πιο αρεστή, γιατί ένα μικρό χαμόγελο ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της.
Ξαναγυρίζουμε μπροστά στο τζάκι, όπου η Μαρία τρώει συνολικά τέσσερις κουταλιές φασόλια και έξι κουλουράκια. Εκεί μου είπε πως χόρτασε και δεν θέλει άλλα. Εγώ απαντούσα αφηρημένα. Το μυαλό μου επέστρεφε συνεχώς στα παράδοξα της ημέρας, και ειδικά στην ομίχλη που δεν μου επέτρεψε να απομακρυνθώ από την πόλη, καθώς και στην μαύρη επιφάνεια, πίσω από τα μπολ και μέσα στο ντουλάπι.
Όχι, δεν ήταν επιφάνεια. Ήταν τρύπα. Κατά κάποιον τρόπο τον οποίο δεν καταλαβαίνω, υπήρχε μια τρύπα, τόσο μεγάλη ώστε να μην φαίνονται ούτε τα τοιχώματά της, ούτε το τέλος της. Είμαι σίγουρος πως έτσι είναι.
Τι διάολο συμβαίνει στην πόλη γύρω μου; Και με ποιον τρόπο θα μάθω κάτι για το γίνεται και τι το προκάλεσε;