Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

Έρημη Πόλη: Κεφάλαιο 7ο



Μένω για άγνωστο χρονικό διάστημα στην ίδια θέση, στο κάθισμά μου. Δεν ξέρω πόσο ακριβώς. Είμαι σίγουρος πως πιθανότατα έχουν περάσει αρκετές ώρες. Το φως που μπαίνει από την κεντρική πόρτα του ναού είναι πολύ περισσότερο τώρα από όταν ήρθα. Ο ήλιος έχει γυρίσει προς τα δυτικά και το φως του εισχωρεί βαθύτερα μέσα από τη δυτική κεντρική πόρτα. Βάζω το χέρι μου στην τσέπη, ώστε να βγάλω το κινητό μου και να δω τι ώρα είναι. Δεν βρίσκω τίποτε. Μάλλον δεν το πήρα μαζί μου όταν βγήκα από το αυτοκίνητο.
Νωρίτερα, καθώς καθόμουν, είχα μια ιδέα. Τότε ήμουν πνιγμένος στην αυτολύπηση και δεν είχα καμία διάθεση να ασχοληθώ μαζί της. Τώρα που την σκέφτομαι ξανά όμως, δεν την βρίσκω πια τόσο άσχημη. Ίσως είναι ο καλύτερος τρόπος για να προχωρήσω και να κάνω κάτι.
Θυμήθηκα πως όλα τα μέσα με τα οποία επιχείρησα να επικοινωνήσω με τον υπόλοιπο κόσμο δεν έφεραν αποτέλεσμα. Μόνη εξαίρεση, ο τοπικός ραδιοφωνικός σταθμός. Από τη συχνότητά του ακούγονταν μόνο τραγούδια και είκαζα πως αυτή ήταν η αυτόματη λίστα αναπαραγωγής που υπήρχε για να καλύπτει τις ώρες που αλλιώς θα έμεναν κενές από ήχο. Ακόμη κι έτσι όμως, το γεγονός και μόνο πως κάτι λάμβανα, ήταν σημάδι πως εξέπεμπε κανονικά.
Ίσως, αν πήγαινα στο στούντιο του σταθμού, να μπορούσα να χρησιμοποιήσω τον εξοπλισμό του ώστε να μεταδώσω κάποιο μήνυμα. Με αυτό τον τρόπο, στην περίπτωση που υπάρχει και κάποιος άλλος που έχει μείνει σε αυτή την τρομακτική κατάσταση, να μπορέσει να επικοινωνήσει μαζί μου.
Ναι, όσο το σκέφτομαι τόσο πείθομαι πως αυτό πρέπει να κάνω. Θα υπάρχει και κάποιος άλλος στην πόλη. Θα ακούσει το μήνυμά μου και θα βρει τρόπο να επικοινωνήσει μαζί μου. Και ίσως και να έχει κάποια ενημέρωση για το τι έχει γίνει και έχουν εξαφανιστεί όλοι. Ίσως να είναι κάτι τόσο απλό όσο μια ειδοποίηση για μια φυσική καταστροφή, η οποία διαδόθηκε για σήμερα χωρίς να την αντιληφθώ.
Αρνούμαι να εξετάσω το ενδεχόμενο πως είμαι ο μόνος που δεν έχει εξαφανιστεί σε ολόκληρη την πόλη. Απλά δεν το κάνω. Το μυαλό μου θα οδηγηθεί σε κακά μονοπάτια αν συνεχίσω να το σκέφτομαι αυτό.
Σηκώνομαι από την καρέκλα όπου καθόμουν. Οι μύες των ποδιών μου αντιδρούνε. Κάνω μερικά βήματα αργά μέχρι που τα νιώθω να αρχίζουν να συνέρχονται. Πραγματικά πρέπει να είχα μείνει ακίνητος για πολλές ώρες! Πως πέρασε τόσος χρόνος και δεν το κατάλαβα;
Νιώθω τα πόδια μου να είναι εντάξει ξανά. Αρχίζω και περπατάω γρήγορα προς το αυτοκίνητο. Το φτάνω μέσα σε ένα λεπτό. Ανοίγω την πόρτα και μπαίνω μέσα. Πολλή ζέστη! Δεν το είχα παρκάρει κάτω από σκιά, αλλά ούτε και φαντάστηκα πως με την παγωνιά που είχε νωρίτερα, θα έβρισκα το εσωτερικό του να είναι σαν φούρνος!
Είχα πράγματι αφήσει το κινητό μου μέσα εκεί. Το πιάνω στα χέρια μου και ελέγχω την οθόνη. Ακόμη εμφανίζει το σύμβολο που δείχνει πως λαμβάνει μηδενικό σήμα. Το ρολόι του ευτυχώς δουλεύει και έτσι διαπιστώνω πως η ώρα είναι τέσσερις και μισή. Η ζέστη στο εσωτερικό είναι αποπνικτική. Βγάζω το πανωφόρι μου και ανοίγω τα παράθυρα. Μάλλον είναι καλή ιδέα να περιμένω λίγο, να πέσει η θερμοκρασία σε υποφερτά επίπεδα.
Νιώθω ένα γουργούρισμα στην κοιλιά μου. Ο λαιμός μου είναι ξηρός. Δεν έχω φάει και δεν έχω πιεί τίποτε εδώ και ώρες. Φαγητό στο σπίτι έχω έτοιμο; Όχι. Σκόπευα να μαγειρέψω σήμερα, τότε ακόμη που νόμιζα πως η μέρα θα είναι μια φυσιολογική Κυριακή.
Τώρα πια, δεν πιστεύω πως υπάρχει τίποτε το φυσιολογικό. Και δεν έχω διάθεση να μείνω και να μαγειρέψω οτιδήποτε. Να πάρω κάτι από έξω; Τι να πάρω; Δεν υπάρχει κάτι έτοιμο, ούτε υπάρχει κάποιος να το ετοιμάσει, ούτε πιστεύω πως θα εντοπίσω κατάστημα ανοιχτό για να μπορέσω να πάρω κάτι από μέσα.
Δεν πειράζει, κάτι θα βρω. Πρώτη προτεραιότητα είναι να πάω στον ραδιοφωνικό σταθμό που εκπέμπει ακόμη. Ξεκινώ τη διαδρομή. Το στούντιο του σταθμού είναι στην άλλη άκρη της πόλης. Σε λίγα λεπτά θα είμαι εκεί. Σήμερα δεν χρειάζεται να ανησυχώ και για έντονη κυκλοφορία στους δρόμους.
Έφτασα σε έναν δρόμο που κανονικά είναι ο πιο πολυσύχναστος της πόλης. Τώρα είναι έρημος όπως και όλοι οι υπόλοιποι. Μου έρχεται η ιδέα να ανοίξω το ραδιόφωνο, να βεβαιωθώ πως ο σταθμός εκπέμπει ακόμη. Θα είναι ειρωνεία να φτάσω εκεί και να ανακαλύψω πως και αυτός έχει σταματήσει να λειτουργεί, όπως και όλα τα υπόλοιπα. Ψάχνω στα τυφλά να βρω το κουμπί που αλλάζει το πρόγραμμα που παίζει από το CD στο ραδιόφωνο. Δεν το βρίσκω. Στρέφω την προσοχή μου στο CD player για να εντοπίσω το κουμπί. Δεν θα μου πάρει πάνω από δυο δευτερόλεπτα και ούτως ή άλλως ο δρόμος είναι έρημος.
Εντοπίζω το κουμπί, το πατάω και ο ήχος αλλάζει. Τώρα ακούγονται παράσιτα, ο δέκτης είναι συντονισμένος στη συχνότητα του σταθμό που ακούω συνήθως. Πατάω για να ξεκινήσει η αυτόματη αναζήτηση σταθμού. Δεν χρειάζεται να το κοιτάξω περισσότερο, αν εκπέμπει ο σταθμός ακόμη θα τον εντοπίσει κάποια στιγμή.
Όλη αυτή η διαδικασία, κατά την οποία δεν κοιτούσα το δρόμο, δεν κράτησε πάνω από τέσσερα δευτερόλεπτα. Κοιτάζω ξανά μπροστά και βλέπω κάτι να έχει βγει στη μέση του δρόμου. Είμαι μια στιγμή μακριά από το να το χτυπήσω. Δεν το σκέφτομαι. Κάνω απότομα το τιμόνι προς τα αριστερά και το αποφεύγω για ελάχιστα εκατοστά. Τώρα κατευθύνομαι απευθείας σε ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Στρίβω εξίσου απότομα δεξιά. Το αυτοκίνητο χάνει την πρόσφυση, το πίσω μέρος φεύγει και χτυπάει με αρκετή δύναμη στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο, από την πλευρά του οδηγού. Η δύναμη της πρόσκρουσης με τραντάζει ολόκληρο. Το αυτοκίνητο επανέρχεται στην κανονική του πορεία, κάνει μερικά μέτρα ακόμη και ύστερα σταματάει.
Αφήνω το τιμόνι και ρίχνω τα χέρια μου στο πλάι του σώματός μου. Νιώθω σα να άνοιξε ξαφνικά κάθε πόρος του δέρματός μου και να χύνει ποτάμι τον ιδρώτα. Η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή. Νιώθω πως με δυσκολία παίρνω αναπνοές. Βγάζω και το μάλλινο πουλόβερ μου και μένω με το κοντομάνικο μπλουζάκι που φορούσα. Τώρα νιώθω πως αναπνέω λίγο πιο εύκολα. Αρχίζω και παίρνω βαθιές ανάσες σε αργό ρυθμό. Ύστερα από λίγο, νιώθω πως και η καρδιά μου αρχίζει και ηρεμεί.
Ξαφνικά, αναρωτιέμαι τι να ήταν αυτό που πετάχτηκε μπροστά μου. Κοιτάζω στον καθρέφτη. Εντοπίζω τι είναι και γυρίζω πίσω για να βεβαιωθώ πως δεν είναι κάποιο παιχνίδι των ματιών μου. Όχι, δεν είναι παιχνίδι. Αυτό που βλέπω με κάνει να ανοίξω το στόμα μου από την έκπληξη.
Στη μέση του δρόμου, στέκεται ακίνητο ένα μικρό κοριτσάκι. Υπολογίζω πως η ηλικία του θα είναι επτά ή οκτώ χρονών. Σίγουρα, όχι περισσότερο. Στο στήθος της, κρατάει σφιχτά ένα αρκουδάκι. Τα μαύρα μαλλιά της πετάνε εδώ κι εκεί, εντελώς απεριποίητα.
Το θέαμα με φοβίζει. Αν και θα έπρεπε να χαρώ που βλέπω πως τελικά δεν είμαι ο μόνος που έχει απομείνει στην πόλη αλλά υπάρχει και μια ακόμη ψυχή, αυτή η αποκάλυψη μάλλον τρόμο μου προκαλεί.
Σηκώνει το κεφάλι της και βλέπει πως έχω γυρίσει και την κοιτάζω. Σηκώνει το αρκουδάκι μπροστά στο πρόσωπό της και βλέπω πως οι ώμοι της αρχίζουν να τραντάζονται. Προφανώς άρχισε να κλαίει.
Συνειδητοποιώ πόσο πλησίασα στο να τη χτυπήσω. Επειδή είχα το νου μου να βρω το σταθμό στο αναθεματισμένο ραδιόφωνο και όχι στο δρόμο. Αν δεν είχα καταφέρει να την αποφύγω, δεν υπήρχε περίπτωση να είχε επιζήσει από το χτύπημα. Οκ, σε αυτή τη φρικτή μέρα, αυτό είναι το πιο άσχημο που έχω ζήσει μέχρι αυτή τη στιγμή. Νιώθω να έρχονται δάκρια και στα δικά μου μάτια.
Βγαίνω γρήγορα από το αυτοκίνητο, έχοντας έγνοια να δω τη ζημιά που έχει προκληθεί από την πρόσκρουση. Η ένταση του χτυπήματος με κάνει απαισιόδοξο για την κατάσταση του οχήματος. Το πιο πιθανό είναι να το έχει καταστήσει άχρηστο.
Τελικά, η ζημιά ήταν πολύ μικρότερη από ότι φοβόμουν. Ο προφυλακτήρας κρέμεται από την πλευρά του οδηγού, αλλά όχι τόσο ώστε να φοβάμαι πως θα αποκολληθεί εντελώς. Το φτερό είναι επίσης γερά χτυπημένο. Τα καλά νέα όμως είναι πως το λάστιχο κι η ζάντα φαίνονται ανέπαφα. Περίμενα πως θα τα είχα διαλύσει και τα δυο αυτά. Δεν είναι τόσο άσχημα τελικά. Έτσι όπως το βλέπω, πιστεύω πως θα μπορώ να ταξιδέψω με το αυτοκίνητο χωρίς πρόβλημα, αν αυτό χρειαστεί.
Ένας λυγμός φτάνει στα αυτιά μου και με κάνει να κοιτάξω προς τα πίσω. Το κοριτσάκι συνεχίζει να κλαίει για τα καλά. Αισθάνομαι εντελώς κουτός. Παραλίγο να τη χτυπήσω και πρώτη μου έγνοια δεν είναι να ελέγξω αν είναι καλά, αλλά αν έπαθε ζημιά το αυτοκίνητο. Καλά λένε για μένα πως φαίνομαι να είμαι εντελώς αναίσθητος μερικές φορές.
Ξεκινάω να περπατάω με αργά βήματα προς το μέρος της. Δεν θέλω να την τρομάξω κι άλλο. Δεν μου δίνει σημασία ούτως ή άλλως όμως, συνεχίζει να κλαίει. Σταματάω το περπάτημα όταν είμαι τρία μέτρα μακριά της.
«Γεια σου», λέω. Η φωνή μου ακούγεται διστακτική.

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

Έρημη Πόλη: Κεφάλαιο 6ο



Λύνω το χειρόφρενο και ξεκινάω να προχωράω μπροστά. Περνάω μέσα από άδειους δρόμους, σταματημένα και κρύα αυτοκίνητα, κλειστά παράθυρα. Ολόκληρο το σκηνικό θυμίζει ταινία τρόμου. Σα να έγινε κάποια τεράστια καταστροφή και όλοι οι υπόλοιποι συμπολίτες μου να έχουν εξαφανιστεί ή να έχουν αλλάξει με κάποιο τρόπο.
Ευτυχώς που σε κάτι είμαι τυχερός. Τελευταία φορά που μετακινήθηκα, είχα γεμίσει το ντεπόζιτο με βενζίνη. Έτσι, δεν θα έχω έγνοια μην ακινητοποιηθώ στη διαδρομή.
Ναι, αλλά εγώ γιατί δεν άλλαξα; Γιατί έμεινα ίδιος, να κυκλοφορώ μόνος στην πόλη και να ψάχνω να βρω τι έγινε και χάθηκαν όλοι;
Γιατί σε πολλές ταινίες ο πρωταγωνιστής μένει μόνος στο τέλος. Αυτός είναι που έχει το καθήκον να αγωνιστεί μέχρις εσχάτων ώστε να περισώσει ό, τι μπορεί.
Εντάξει, αλλά ποιος με έκανε πρωταγωνιστή; Κι αν πράγματι αγωνίζομαι ενάντια σε κάτι, τι είναι αυτό;
Αυτό δεν μπορώ να το ξέρω. Ελπίζω πως ίσως στην πορεία μάθω κάτι παραπάνω για αυτή την εξωπραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκομαι.
Φτάνω σε μια διασταύρωση, στο δρόμο που οδηγεί σε μια από τις τρεις εξόδους της πόλης. Το φανάρι είναι κόκκινο. Σταματάω από συνήθεια. Ίσως είναι αφελές που σταματάω, μιας και φαίνεται πως είμαι ο μόνος που κινείται στο δρόμο αυτή τη στιγμή. Αλλά καλύτερα που σταμάτησα. Δεν υπάρχει καμία βιασύνη και δεν θα ήθελα να εμφανιστεί κάποιο άλλο όχημα και να συγκρουστούμε επειδή πρώτη φορά στη ζωή μου παραβιάζω έναν κόκκινο φωτεινό σηματοδότη.
Ενώ περιμένω να ανάψει το πράσινο, κοιτάζω τριγύρω. Ο καιρός στην πόλη είναι αίθριος, αλλά τριγύρω παντού υπάρχει πυκνή νέφωση. Τα σύννεφα φτάνουν σχεδόν μέχρι το επίπεδο του εδάφους. Τα σύννεφα φαίνονται να σταματάνε και να σχηματίζουν σαν έναν γκρίζο κύλινδρο γύρω από την πόλη. Περίεργο, αλλά όχι και το πιο περίεργο που έχω δει σήμερα.
Επιτέλους άναψε το πράσινο. Τελικά άδικα περίμενα, τόση ώρα δεν πέρασε κανείς. Φεύγω γρήγορα μπροστά. Γενικά δεν οδηγώ με μεγάλη ταχύτητα, αλλά σήμερα δεν είναι μια συνηθισμένη μέρα. Απορώ με την αυτοσυγκράτηση που έχω δει μέχρι τώρα. Πολλές φορές στη μέχρι τώρα ζωή μου τα έχω χάσει με πολύ απλά πράγματα. Είμαι ο άνθρωπος για τον οποίο θα έλεγες «πνίγεται σε μια κουταλιά νερό». Κι όμως, σήμερα που νιώθω σα να μη με έχουν βουτήξει σε μια κουταλιά νερό αλλά στον ωκεανό, καταφέρνω και κρατάω την ψυχραιμία μου.
Βγαίνω στον περιφερειακό της πόλης και αυξάνω ταχύτητα ακόμη περισσότερο. Προλαβαίνω να διανύσω γύρω στα τρία χιλιόμετρα, ώσπου κάτι βλέπω που με κάνει να μειώσω την ταχύτητά μου πάρα πολύ. Ύστερα από λίγο σταματάω εντελώς. Μένω για λίγη ώρα ακίνητος, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω τι είναι ακριβώς αυτό που βλέπω μπροστά μου.
Πεντακόσια μέτρα παρακάτω, ο δρόμος τελειώνει. Ή μάλλον, ίσως και να συνεχίζει κανονικά. Εγώ όμως δεν μπορώ να διακρίνω τίποτε παραπέρα. Εκεί ξεκινάει το τείχος της ομίχλης που είχα παρατηρήσει νωρίτερα. Απλώνεται μπροστά μου, γκρίζο και δυσοίωνο. Από πάνω μου, ο ήλιος λάμπει κανονικά.
Μένω λίγη ώρα με το αυτοκίνητο ακίνητο, έτσι ώστε να σκεφτώ πώς να αντιμετωπίσω αυτό το νέο στοιχείο που εμφανίστηκε στη σημερινή απίθανη μέρα. Αν η ομίχλη είναι τόσο πυκνή όσο φαίνεται, θα προχωρώ αργά και με δυσκολία και θα η κίνηση θα είναι επικίνδυνη.
Από την άλλη όμως, υπάρχει και το ενδεχόμενο πως η ομίχλη αυτή συνεχίζεται για μικρή μόνο απόσταση. Ίσως η ατμόσφαιρα θα είναι ξανά καθαρή παρακάτω. Και σίγουρα πρέπει να μάθω πιο πολλά για την κατάσταση στην οποία βρίσκομαι.
Έτσι, παίρνω την απόφασή μου. Ανάβω τους προβολείς ομίχλης του αυτοκινήτου και ξεκινάω ξανά να προχωράω μπροστά. Δεν αυξάνω πολύ την ταχύτητα αυτή τη φορά, τουλάχιστον για όσο θα είμαι μέσα στην ομίχλη. Όταν – αν – την περάσω κάποια στιγμή, τότε θα μπορώ να επιταχύνω ξανά.
Είμαι πια πολύ κοντά στα όρια του τέλους του οπτικού μου πεδίου. Ξαφνικά μου σχηματίζεται η εντύπωση πως κάτι κακό με περιμένει μέσα στην ομίχλη και πως πρέπει να επιστρέψω στην αίθρια περιοχή όσο είμαι ακόμη καλά. Αλλά είναι αργά πια. Το αυτοκίνητο έχει διανύσει και τα τελευταία μέτρα της καθαρής ατμόσφαιρας και πριν προλάβω να αλλάξω πορεία, έχω μπει μέσα στην περιοχή της ομίχλης.
Η αλλαγή είναι δραματική. Από τη μια στιγμή στην άλλη, έξω από το αυτοκίνητο δεν μπορώ να δω απολύτως τίποτε. Τέτοια πυκνή ομίχλη δεν έχω δει άλλη φορά. Με δυσκολία διακρίνω το οδόστρωμα, ακόμη κι ακριβώς μπροστά μου. Οι διαχωριστικές γραμμές είναι δυσδιάκριτες και πρακτικά δε μπορώ να ξεχωρίσω τίποτε άλλο. Μειώνω την ταχύτητά μου στα είκοσι χιλιόμετρα την ώρα. Και ίσως ακόμη κι αυτή είναι μεγάλη για τις συνθήκες όπου βρίσκομαι. Είναι μια από τις στιγμές που μετανιώνω για το γεγονός πως δεν έχω συσκευή GPS στο αυτοκίνητο ή στο κινητό μου τηλέφωνο. Θα βοηθούσε πολύ στην οδήγηση μέσα σε τέτοιες άσχημες συνθήκες.
Υποθέτοντας βέβαια, πως μια συσκευή GPS θα εξακολουθούσε να δούλευε. Κάτι για το οποίο δεν είμαι πια σίγουρος.
Προχωρώ έτσι για ένα λεπτό ακόμη, έχοντας την προσοχή μου όλη στραμμένη μπροστά μου, να διακρίνω ό, τι μπορώ από το δρόμο. Ακόμη κι έτσι, έρχεται η στιγμή που νιώθω τους τροχούς από τη δεξιά πλευρά να κατεβαίνουν πιο χαμηλά και τους ακούω να κινούνται πάνω σε χαλίκια. Βγήκα από το δρόμο! Με πιάνει ξαφνικός πανικός. Στρίβω απότομα το τιμόνι προς τα αριστερά και νιώθω τις ρόδες να ανεβαίνουν ξανά στην άσφαλτο. Πατάω με όλη τη δύναμη το φρένο και το αυτοκίνητο σταματάει. Σβήνει κιόλας, μιας και στον πανικό μου ξέχασα να βάλω νεκρό.
Η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή. Ήμουν τυχερός. Δεκαπέντε χιλιόμετρα παρακάτω, ο δρόμος αρχίζει και ανηφορίζει προς κάτι λόφους. Αν είχα βγει από το οδόστρωμα σε εκείνο το σημείο, θα είχα φύγει στην πλαγιά και τώρα θα βρισκόμουν πολύ πιο χαμηλά, πιθανότατα τραυματισμένος και μέσα σε ένα αναποδογυρισμένο και κατεστραμμένο αυτοκίνητο. Αν και δεν διένυσα τόσο μεγάλη απόσταση μέσα στην ομίχλη, δεν βλέπω σημάδια πως πρόκειται να αραιώσει. Είναι αδύνατο να συνεχίσω με τέτοιες συνθήκες. Μου σχηματίζεται η ιδέα να εγκαταλείψω το αυτοκίνητο και να προχωρήσω πεζός. Αλλά σύντομα απορρίπτω την ιδέα αυτή. Δεν μπορώ να αφήσω το αυτοκίνητο στη μέση του δρόμου και να πέσει κάποιος άλλος επάνω του, επειδή δεν το έχει δει. Ούτε μπορώ να ρισκάρω να επιχειρήσω να το σταθμεύσω στην άκρη του δρόμου και να το ρίξω μέσα σε κάποιο χαντάκι.
Οι χτύποι της καρδιάς μου έχουν επανέλθει σε φυσιολογικούς ρυθμούς. Το παίρνω απόφαση πως πρέπει να επιχειρήσω να επιστρέψω. Βάζω ξανά εμπρός το αυτοκίνητο και στρίβω προς τα δεξιά. Συνεχίζω να στρίβω μέχρι να υπολογίσω πως έχω ξεκινήσει να κινούμαι αντίστροφα. Βέβαια, δεν μπορώ να είμαι απόλυτα σίγουρος για αυτό και θεωρώ πολύ πιθανό το ενδεχόμενο να κάνω λίγα μόνο μέτρα και να βγω ξανά από το δρόμο.
Αλλά μπορεί και όχι. Μπροστά μου φαίνεται πως καθαρίζει λίγο η ατμόσφαιρα. Δεν έχω την εξαιρετική ορατότητα, αλλά τουλάχιστον είμαι σίγουρος πως μπορώ να ακολουθώ το δρόμο αν πηγαίνω με χαμηλή ταχύτητα. Αν βελτιώνεται πράγματι η ορατότητα, ίσως είναι καλή ιδέα να επιχειρήσω ξανά να φύγω. Αλλά ένα βλέμμα προς τα πίσω με απογοητεύει ξανά. Στο δρόμο που οδηγεί προς τα έξω, η ομίχλη παραμένει αδιαπέραστη. Μόνο προς την κατεύθυνση που θα με φέρει ξανά στην πόλη, είναι ελαφρώς πιο αραιή.
Σχεδόν σα να υπάρχει κάποια δύναμη που θέλει να με κρατήσει μέσα στην πόλη, για κάποιο λόγο.
Σχεδόν με έχουν επηρεάσει όλα αυτά τα περίεργα που συμβαίνουν και κάνω τρελές σκέψεις. Σαν την άλλη νωρίτερα, πως κάτι θα υπήρχε μέσα στην ομίχλη και θα μου έκανε επίθεση. Άκου εκεί, δύναμη που θέλει να με κρατήσει μέσα στην πόλη και ελέγχει την πυκνότητα της ομίχλης! Είμαι σίγουρος πως θα υπάρχει μια απόλυτα λογική εξήγηση για αυτό και για όλα τα άλλα τα οποία συμβαίνουν. Αρκεί να ανακαλύψω την εξήγηση αυτή.
Χαμένος στις σκέψεις μου, περνάω από την περιοχή της ομίχλης στην αίθρια περιοχή χωρίς να το καταλάβω. Το πρώτο μου συναίσθημα είναι μια ελαφριά ανακούφιση μιας και επιτέλους βλέπω μπροστά μου, ακόμη κι αν εξακολουθώ να μην ξέρω κάτι για την κατάσταση στην οποία βρίσκομαι. Η πρώτη μου σκέψη είναι πως τελικά τίποτα δεν με περίμενε μέσα στην ομίχλη.
Η ανακούφιση όμως δεν κράτησε πολύ, καθώς ξανά συνειδητοποιώ πως είμαι χαμένος. Τώρα καταλαβαίνω πως νιώθει ένα ποντίκι σε ένα εργαστήριο, το οποίο το έχουν αφήσει μέσα σε έναν λαβύρινθο και γυρνάει εδώ κι εκεί χωρίς να μπορεί να βρει την έξοδο.
Λες να είναι αυτό; Να είμαι το πειραματόζωο κάποιου σε κάποιο πείραμα το οποίο αγνοώ;
Αν είναι έτσι, ποιος το οργάνωσε αυτό το πείραμα; Με ποιον σκοπό; Γιατί επέλεξε εμένα ως πειραματόζωο και τι απέγιναν οι συμπολίτες μου; Δεν μπορώ να δώσω απάντηση σε αυτό. Από συνήθεια κοιτάζω το κινητό μου, αλλά το μηδενικό σήμα παραμένει. Δεν μπορώ να ελπίζω πως θα επικοινωνήσω με κάποιον με αυτό τον τρόπο.
Περνάω μπροστά από την αυλή ενός ναού. Η πόρτα του είναι ανοιχτή. Νιώθω μια ξαφνική έλξη να μπω μέσα. Τα τελευταία χρόνια είχα απομακρυνθεί από την Εκκλησία. Στην καλύτερη περίπτωση, να παρακολουθήσω τη Θεία Λειτουργία τα Χριστούγεννα, μια ή δυο φορές μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα και ίσως μια ή δυο φορές ακόμη μέσα στη χρονιά. Δεν έχω κάτι ενάντια της θρησκείας, εξακολουθώ να θεωρώ τον εαυτό μου Χριστιανό Ορθόδοξο. Απλά δεν εγκρίνω πολλές από τις πράξεις των ανθρώπων της Εκκλησίας και τους θεωρώ ανάμεσα στους χειρότερους εχθρούς της, σκοπίμως ή μη.
Σήμερα όμως, νιώθω έντονη τη διάθεση να μπω μέσα και να προσευχηθώ λίγο. Παρκάρω λίγο παρακάτω στο δρόμο. Σήμερα έχω την αίσθηση πως δεν θα δυσκολευτώ να βρω θέση για παρκάρισμα οπουδήποτε το επιθυμήσω. Βγαίνω από το αυτοκίνητο και βαδίζω γρήγορα προς το ναό. Ο καιρός έχει ζεστάνει κι άλλο. Δεν θα ήμουν άνετα αν κούμπωνα το φερμουάρ από το πανωφόρι μου.
Φτάνω στην είσοδο του ναού και κοντοστέκομαι. Τα ηλεκτρικά φώτα είναι σβηστά, ο μόνος φωτισμός στο εσωτερικό του ναού είναι από την ανοιχτή πόρτα και από τα παράθυρα. Είναι σχετικά σκοτεινά σε σχέση με τη λαμπρή μέρα στο εξωτερικό του. Μου έρχεται ανάμνηση από μια ταινία τρόμου που είχα δει πρόσφατα, όπου ο πρωταγωνιστής συνήλθε σε ένα νοσοκομείο ύστερα από κώμα αρκετών ημερών. Βρέθηκε κι αυτός σε μια πόλη όπου εκτός από αυτόν δεν κινούταν τίποτε. Είχε κι αυτός αποφασίσει να μπει σε έναν ναό κι εκεί ανακάλυψε τι είχε συμβεί με μάλλον ξαφνικό τρόπο. Οι συμπολίτες του είχαν μετατραπεί σε αιμοβόρα τέρατα, και κάποιοι κρύβονταν στο ναό κάνοντάς του επίθεση όταν αυτός είχε μπει μέσα.
Βέβαια, εγώ δεν είμαι πρωταγωνιστής σε ταινία και ο κόσμος δεν μετατρέπεται σε τέρατα από τη μια στιγμή στην άλλη. Έτσι, μπαίνω μέσα στον σκοτεινό ναό χωρίς δισταγμό. Όπως περίμενα, είναι έρημος. Από συνήθεια, βγάζω ένα νόμισμα και το ρίχνω στο παγκάρι. Επιλέγω ένα κερί από μια στοίβα κεριών που είναι χρώματος σκούρου καφέ. Αυτά αποτελούνται από φυσικό κερί κι όχι από παραφίνη όπως τα αυτά που χρησιμοποιούνται συνήθως. Το άρωμά του φτάνει στη μύτη μου, πλούσιο και ευχάριστο.
Δεν υπάρχει άλλο κερί αναμμένο αλλά αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα. Σε μια από τις τσέπες μου βρίσκω έναν αναπτήρα και τον χρησιμοποιώ για να ανάψω το κερί που κρατάω. Το τοποθετώ στο μανουάλι και παρατηρώ για λίγο το αδύναμο φως που βγάζει, μόνο του μέσα σε αυτό τον σκοτεινό και άδειο ναό.
Κάπως έτσι είμαι κι εγώ, υποθέτω. Μόνος μέσα στην έρημη πόλη. Χωρίς να έχω κάποια ένδειξη πως υπάρχει και κάποιος άλλος. Χωρίς τρόπο να ξεφύγω. Χωρίς τρόπο να επικοινωνήσω με τον υπόλοιπο κόσμο, ακόμη κι αν υπάρχει κάποιος με τον οποίο μπορώ να επικοινωνήσω. Με βαριά βήματα πηγαίνω προς μια σειρά από καρέκλες και κάθομαι στην πιο κοντινή.
Νιώθω δάκρια να έρχονται ξανά στα μάτια μου. Οι απορίες μου είναι πολλές κι απάντηση δεν υπάρχει καμία. Έχουν πράγματι εξαφανιστεί όλοι; Τα αγαπημένα μου πρόσωπα δεν υπάρχουν πια κι έχω μείνει μόνος; Θα τους ξαναδώ; Τι να κάνω; Που να τους αναζητήσω;
Τι συμβαίνει;

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

Έρημη Πόλη: Κεφάλαιο 5ο



Αρχίζω να λέω μέσα μου πως πρέπει να ηρεμήσω. Ιδέα μου είναι. Μια κουτή ιδέα πως έχουν εξαφανιστεί όλοι και έχω απομείνει μόνος μου.
Αυτές τις σκέψεις κάνω, σε μια απόπειρα καθησυχασμού μου. Όμως, δεν στέφεται με επιτυχία. Μια ματιά στις άδειες καφετέριες είναι ικανή να καταρρίψει οποιονδήποτε τέτοιο συλλογισμό.
Παρατηρώ τους ατμούς που προκαλεί η αναπνοή μου. Τα μικρά συννεφάκια υδρατμών βγαίνουν από το στόμα μου με ταχύ ρυθμό. Το κρύο παραμένει έντονο. Τα χέρια μου είναι σφιγμένα και παγωμένα, παρά τα γάντια που φοράω. Παρ' όλα αυτά, νιώθω το σώμα μου ιδρωμένο.
Δεν είναι φυσιολογικό να μην έχω δει κανέναν τόση ώρα, είτε πεζό είτε μέσα σε κάποιο όχημα. Κάτι άσχημο έχει συμβεί. Κάτι πολύ άσχημο. Και ό, τι κι αν είναι αυτό, εγώ έχω παραμείνει εδώ και είμαι καλά.
Πρέπει να ηρεμήσω. Κάτι έχει γίνει, αλλά επιτρέποντας στον πανικό να επικρατήσει δεν πρόκειται να κερδίσω κάτι.
Κάνω προσπάθεια μεγάλη και τελικά καταφέρνω να χαλαρώσω το σφιγμένο σώμα μου. Ο ρυθμός της αναπνοής μου επιβραδύνεται. Νιώθω ξανά τα πόδια μου δυνατά και σηκώνομαι από το παγκάκι όπου είχα καθίσει.
Η πρώτη εποικοδομητική ιδέα που μου έρχεται, είναι να βγάλω το κινητό και να αρχίσω να δοκιμάζω να κάνω κάποια τηλεφωνήματα σε διάφορους γνωστούς μου. Ίσως να μην είμαι ο μόνος που έχει μείνει, ή ίσως έτσι να ανακαλύψω πως κάτι άλλο έχει συμβεί, ή έστω πως όλα αυτά τελικά όντως είναι ιδέα μου.
Πριν φύγω από το σπίτι μου, είχα βάλει το κινητό μου σε μια από τις εσωτερικές τσέπες του μπουφάν μου. Κατεβάζω το φερμουάρ και με δυσκολία βγάζω το δεξιό μου χέρι στην τσέπη όπου βρίσκεται το κινητό μου. Πάντα με δυσκολεύει αυτή η κίνηση όταν φοράω τα γάντια μου. Παρ’ όλα αυτά, το κρύο είναι τόσο έντονο ώστε να μην τολμήσω να τα αφαιρέσω από τα ήδη παγωμένα χέρια μου, ούτε για αυτό το ελάχιστο χρονικό διάστημα.
Επιτέλους κατάφερα και το έβγαλα. Το φέρνω μπροστά στα μάτια μου. Δεν έχω αποφασίσει σε ποιον θα τηλεφωνήσω πρώτα. Δεν μπορώ να σκεφτώ ιδιαίτερα ψύχραιμα αυτή τη στιγμή. Μάλλον θα ακολουθήσω την πιο απλή λύση. Θα ξεκινήσω από την αρχή του τηλεφωνικού μου καταλόγου. Αρκεί ένας από αυτούς που θα τηλεφωνήσω να απαντήσει και νομίζω πως θα ηρεμήσω αρκετά.
Ο δείκτης πάει προς το κουμπί του μενού αλλά σταματάει στη μέση της διαδρομής του, μιας και εκείνη τη στιγμή κάτι παρατηρώ στην οθόνη και παγώνω ακόμη περισσότερο.
Ο δείκτης του σήματος στο κινητό μου είναι στο μηδέν.
Είμαι στο κέντρο της πόλης, μεσημέρι, και δεν έχω καθόλου σήμα. Τι διάολο;
Ίσως, απλά λόγω κακοκαιρίας να έχει κάτι συμβεί στην κεραία βάσης, ή ακόμη και συνολικά στο δίκτυο κινητής τηλεφωνίας. Νιώθω όμως μέσα μου πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει.
Τι διάολο συμβαίνει στην πόλη γύρω μου;
Αποφασίζω πως αυτό που πρέπει να κάνω είναι να επιστρέψω στο σπίτι μου και θα δοκιμάσω να χρησιμοποιήσω το σταθερό τηλέφωνό μου. Θα στείλω μηνύματα από το Internet. Οτιδήποτε. Δεν μπορεί. Δεν γίνεται να είμαι μόνος. Θα υπάρχουν κι άλλοι. Ή θα ανακαλύψω πως όλα αυτά τα ονειρεύομαι.
Βάζω ξανά το κινητό στην τσέπη μου και στέκομαι όρθιος. Αλλά όχι. Είμαι σίγουρος πως δεν ονειρεύομαι. Το πόδι μου πονάει ακόμη από το χτύπημα με το κολωνάκι λίγο νωρίτερα. Λένε πως αν χτυπήσεις ενώ ονειρεύεσαι, το σοκ από το χτύπημα (έστω κι αν πρόκειται απλά για ένα ονειρικό χτύπημα) είναι αρκετό για να σε ξυπνήσει.
Ό, τι κι αν είναι αυτό που συμβαίνει γύρω μου, σίγουρα δεν είναι όνειρο.
Το βήμα μου είναι πολύ γρήγορο ενώ περπατάω προς το σπίτι μου. Η ανάσα μου βγαίνει με γοργό ρυθμό. Παλεύω μέσα μου να μην επιτρέψω στο αυξανόμενο κύμα πανικού να γίνει πλημμύρα μέσα στις σκέψεις μου. Δεν πρόκειται να βοηθήσει σε τίποτε αυτό. Προσπαθώ να πιάσω ξανά στο μυαλό μου το μαθηματικό πρόβλημα που σκεφτόμουν νωρίτερα. Ίσως έτσι καταφέρω να ηρεμήσω λίγο. Άδικος κόπος και αυτό.
Δεν περνάνε ούτε δεκαπέντε λεπτά και είμαι ξανά μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ο μόνος ήχος που ακούγεται είναι από τον καυστήρα του καλοριφέρ που βρίσκεται σε ένα δωμάτιο, στα αριστερά της εισόδου και σε τέσσερα μέτρα απόσταση. Είναι σε πλήρη λειτουργία. Κατευθύνομαι προς τα εκεί. Χθες ανεφοδιάσαμε τη δεξαμενή με πετρέλαιο. Μια αμυδρή μυρωδιά από το καύσιμο πλανάται ακόμη στην ατμόσφαιρα. Δεν μπορώ να καταλάβω το γιατί, αλλά αυτό με κάνει και αισθάνομαι λίγο καλύτερα.
Επιστρέφω στην εξώπορτα. Βγάζω το ένα γάντι, βρίσκω τα κλειδιά μου κι ανοίγω την πόρτα. Ανεβαίνω σχεδόν τρέχοντας τα σκαλοπάτια, δύο τη φορά, και φτάνω στον πρώτο όροφο. Εκεί είναι το διαμέρισμά μου. Ανοίγω την πόρτα και ορμάω μέσα. Πηγαίνω στο καθιστικό μου, αρπάζω το σταθερό τηλέφωνο και σηκώνω το ακουστικό. Το φέρνω στο αυτί μου και απλώνω το χέρι να σχηματίσω τον αριθμό του πατρικού μου. Όπως και νωρίτερα, το χέρι παγώνει και σταματάει στη μέση της πορείας.
Από το ακουστικό δεν ακούγεται κανένας τόνος. Και αυτό το τηλέφωνο είναι νεκρό.
Μου έρχεται να φωνάξω, να κραυγάσω. Τόσο απελπισία νιώθω. Με δυσκολία συγκρατώ την παρόρμησή μου αυτή. Πηγαίνω στον υπολογιστή μου και τον ενεργοποιώ. Επιχειρώ να ανοίξω ένα πρόγραμμα περιήγησης στο Internet. Δεν μπορεί, κάποιον θα βρω. Δεν είναι δυνατόν να έχω απομείνει μόνος
Το μήνυμα που βλέπω είναι αποκαρδιωτικό.

Δεν είναι δυνατή η εμφάνιση της σελίδας.

Δοκιμάζω να ανοίξω κάποιον άλλο ιστότοπο. Τίποτε. Κάνω επανεκκίνηση στο modem. Οτιδήποτε κι αν επιχειρήσω, το αποτέλεσμα είναι να εμφανίζεται το ίδιο μήνυμα.

Δεν είναι δυνατή η εμφάνιση της σελίδας.

Μου έρχονται δάκρυα στα μάτια. Δάκρυα απελπισίας. Δεν αφήνω τον εαυτό μου να κυλίσει παρακάτω. Θα τη βρω τη λύση.
Ένα βήμα τη φορά, όμως. Απενεργοποιώ τον υπολογιστή. Νιώθω το στομάχι μου να διαμαρτύρεται. Θυμήθηκα πως δεν είχα φάει πρωινό. Ούτε βραδινό χθες το βράδυ, τώρα που το σκέφτομαι. Νιώθω το λαιμό μου να έχει έναν κόμπο που θα με αποτρέψει από το να φάω πλήρες γεύμα. Σε αυτό βοηθάει και η φρίκη που νιώθω αυτή τη στιγμή. Αλλά τουλάχιστον θα προσπαθήσω να φάω ένα μήλο ή κάτι άλλο ελαφρύ.
Πάω στην κουζίνα μου. Δίπλα στο ψυγείο έχω ένα μπολ που αυτή τη στιγμή περιέχει αρκετά μήλα και δυο μπανάνες.
Διαλέγω ένα από τα μήλα, παίρνω ένα μαχαίρι και αφού το καθαρίσω, το κόβω σε μικρά κομμάτια. Ξεκινάω να το τρώω. Με δυσκολία τα καταπίνω, ακόμη και η έντονη γλυκύτητά τους δεν είναι αρκετή να με κάνει να νιώσω καλύτερα. Αλλά συνεχίζω μέχρι να το τελειώσω. Αυτή η διαδικασία διήρκησε πολύ περισσότερο από όσο θα περίμενε κανείς.
Τώρα πρέπει να σκεφτώ τι θα κάνω στη συνέχεια. Κι επίσης δεν πρέπει να χάσω την ψυχραιμία μου. Κάτι που το καταφέρνω με δυσκολία αυτή τη στιγμή.
Αρχίζω κι ελέγχω τις επιλογές μου. Τηλέφωνα και Internet, δοκίμασα ήδη και διαπίστωσα πως δεν λειτουργούν. Ηλεκτρικό ρεύμα, έχουμε ακόμη. Τουλάχιστον αυτό δείχνει πως ο πολιτισμός δεν εξαφανίστηκε, όπως φαίνεται να έχει γίνει με τους συμπολίτες μου.
Αλλά πρέπει να μάθω νέα. Ακόμη δεν ξέρω τι έχει γίνει, αν έχει γίνει κάτι. Πρέπει να βρω τρόπο να ενημερωθώ. Ανοίγω την τηλεόραση και κάνω ένα γρήγορο ζάπινγκ. Όλα τα κανάλια δείχνουν παράσιτα. Δοκιμάζω το ραδιόφωνο, αλλά κι από εκεί δεν έχω αποτέλεσμα. Από παντού ακούγονται παράσιτα, εκτός από  έναν τοπικό σταθμό. Από τη συχνότητά του μεταδίδεται μουσική και τραγούδια, αλλά χωρίς διαφημίσεις ή κάποιον σχολιασμό. Πιθανότατα η αυτοματοποιημένη λίστα αναπαραγωγής που παίζει αυτόματα, όταν πρέπει να καλυφθεί κάποιο κενό στο πρόγραμμα.
Τίποτα. Δεν υπάρχει κανένα ίχνος πως υπάρχει και κάποιος άλλος.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει στα αλήθεια. Αλλά που θα βρω αν υπάρχει και κάποιος άλλος που να έχει απομείνει σε αυτή την απίστευτη κατάσταση; Χρειάζομαι ένα σχέδιο. Πρέπει να καθίσω κάτω και να σκεφτώ κάτι να κάνω.

Σχεδόν μισή ώρα πέρασε και ακόμη δεν έχω σκεφτεί κάτι. Βέβαια, δεν βοηθάει το γεγονός πως κάθε λίγα λεπτά νιώθω ένα κύμα πανικού να σηκώνεται μέσα μου. Και κάθε φορά που γίνεται αυτό, σηκώνομαι και να αρχίσω να περπατάω πέρα – δώθε μέσα στο σπίτι μου.
Τελικά αποφασίζω πως το καλύτερο που έχω να κάνω θα είναι να πάρω το αυτοκίνητο και να πάω να ελέγξω πως είναι τα πράγματα στις γειτονικές πόλεις. Αν προσπαθείς να απομακρυνθείς από ένα δύσκολο πρόβλημα, πολλές φορές η αλλαγή στο οπτικό πεδίο βοηθάει στην ευκολότερη επίλυσή του.
Ελέγχω ξανά τον υπολογιστή και το κινητό, μήπως άλλαξε κάτι. Τίποτε. Τα ίδια μηνύματα εμφανίζεται ξανά και ξανά. Φοράω ξανά το πανωφόρι μου. Τώρα να βρω τα κλειδιά. Που τα έχω πετάξει αυτή τη φορά; Διάβολε, γιατί δεν συνηθίζω κάποια στιγμή να τα βάζω σε μια συγκεκριμένη θέση και να τα βρίσκω αμέσως όταν τα χρειάζομαι;
Α ναι, θυμήθηκα! Πιθανότατα θα είναι στο δερμάτινο τζάκετ που φορούσα την Τετάρτη. Δεν είχα ξαναχρησιμοποιήσει το αυτοκίνητο από τότε. Βρίσκω το τζάκετ. Από την αριστερή τσέπη ακούγεται κάτι να κουδουνίζει. Είχα μαντέψει σωστά. Τα κλειδιά είναι μέσα εκεί. Τα παίρνω και ξαναβγαίνω από το σπίτι.
Ξεκινάω να περπατάω προς το σημείο όπου είναι σταθμευμένο το αυτοκίνητό μου. Την Τετάρτη είχε πολύ κίνηση, είχε και καλό καιρό, βαριόμουν να περιμένω και το είχα παρκάρει σχετικά μακριά από την πολυκατοικία μου. Από τότε δεν χρειάστηκε να το μετακινήσω μιας και πήγαινα παντού με τα πόδια. Ευτυχώς που δεν βαριέμαι το περπάτημα. Το είχα συνηθίσει από μικρός.
Πριν βγω από το διαμέρισμα, είχα κουμπώσει το φερμουάρ από πανωφόρι μου μέχρι όσο πάνω πήγαινε. Τώρα όμως ζεσταίνομαι λίγο και το κατεβάζω. Ιδέα μου είναι, ή από την προηγούμενη φορά που βγήκα έξω η θερμοκρασία ανέβηκε πάρα πολύ;
Μάλλον ιδέα μου θα είναι. Θα έχω ζεσταθεί από το γρήγορο περπάτημα και το άγχος. Δεν είναι φυσιολογικό να ανεβαίνει η θερμοκρασία τόσο απότομα, ειδικά στην εποχή που διανύουμε.
Από την άλλη βέβαια, δεν μπορείς να χαρακτηρίσεις φυσιολογικό ούτε το γεγονός πως ξύπνησα ένα πρωί και ανακάλυψα πως είμαι μόνος στην πόλη. Θα δούμε.
Επιτέλους έφτασα στο αυτοκίνητό μου. Το είχα αγοράσει μεταχειρισμένο πριν πέντε χρόνια κι από τότε έχουμε κάνει πολλές διαδρομές μαζί. Αρχίζει και δείχνει τα χιλιόμετρά του και συνεχώς εμφανίζει διάφορα μικρά προβλήματα, αλλά γενικά δεν με έχει απογοητεύσει ποτέ.
Βγάζω το μπουφάν μου και το αφήνω στο πίσω κάθισμα. Μπαίνω στη θέση του οδηγού. Γυρίζω το κλειδί. Δυσκολεύεται να πάρει μπροστά. Μάλλον φταίει που το είχα μέρες στο κρύο, ακίνητο. Αυτό μου έλειπε τώρα, να μην παίρνει μπροστά ούτε το αυτοκίνητο.
Όχι, ευτυχώς, αφού το σκέφτηκε για μερικά δευτερόλεπτα, ξεκίνησε κανονικά. Επιτέλους, να και κάτι που λειτουργεί σωστά αυτή τη μέρα που όλα φαίνονται να πάνε στραβά! Ανοίγω το ραδιόφωνο, αλλά σε όλες τις συχνότητες πιάνω μόνο παράσιτα. Δεν μπορώ να πως αυτό με εκπλήσσει ιδιαίτερα. Μάλλον αναμενόμενο ήταν. Ψάχνω τη θήκη με τα CD μου, διαλέγω ένα και το βάζω να παίζει. Δυνατή μουσική κατακλύζει το εσωτερικό του αυτοκινήτου.

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Έρημη Πόλη: Κεφάλαιο 4ο



Το βλέμμα μου πέφτει στο ρολόι. Περάσανε κιόλας δυο ώρες; Ούτε που το κατάλαβα. Το βιβλίο ήταν πολύ ενδιαφέρον κι έμαθα αρκετά πράγματα που δεν τα ήξερα. Παραδείγματος χάριν, ούτε που είχα φανταστεί πως ο Αλκιβιάδης υπήρξε μαθητής του Σωκράτη. Τώρα το γνωρίζω.
Το βιβλίο είναι μικρό και πρόλαβα και διάβασα σχεδόν το ένα τρίτο του. Θα καθόμουν να διαβάσω και το υπόλοιπο αλλά αποφασίζω να σταματήσω τώρα. Ρίχνω μια ματιά έξω από το παράθυρο. Η βροχή έχει σταματήσει. Ο ουρανός είναι πεντακάθαρος σε όλο το οπτικό μου πεδίο και οι σκιές των πολυκατοικιών διαγράφονται έντονα. Αρκετό διάβασμα για σήμερα. Το ποτήρι του καφέ στέκεται άδειο, στο τραπεζάκι ακριβώς δίπλα μου.
Ώρα για γυμναστική. Εδώ και λίγες εβδομάδες έχω ξεκινήσει να γυμνάζομαι μόνος στο σπίτι. Ακολουθώ ένα πρόγραμμα που διάβασα σε ένα περιοδικό, ενός αμερικάνου ηθοποιού που σε μένα ήταν άγνωστος πριν διαβάσω το άρθρο. Η Κυριακή κανονικά είναι μέρα ξεκούρασης, για αυτό κι εγώ δεν θα κάνω πολλά σήμερα. Κοιλιακούς, ραχιαίους και κάμψεις μέχρι τελικής πτώσεως, ύστερα διατάσεις και τέλος.
Ύστερα από λίγη ώρα, έχω ολοκληρώσει και τη γυμναστική. Πιάνω το κινητό μου με σκοπό να καλέσω το νούμερο της Ελένης. Το αφήνω, σκέφτομαι πως είναι πολύ νωρίς ακόμη για να έχει ξυπνήσει. Πιθανότατα θα είχε μείνει μέχρι αργά έξω χθες το βράδυ. Ίσως και να ήταν στην ίδια παρέα με τον Τάσο. Αυτό το γλοιώδες υποκείμενο τη φλερτάρει διακριτικά αλλά ασταμάτητα όταν την πετύχει μόνη της, αν και ξέρει πως είναι μαζί μου.
Αν δεν σταματήσει αυτό το άθλιο παιχνίδι σύντομα, είναι βέβαιο πως κάποια από αυτές τις μέρες θα τον χτυπήσω. Αν και παραδέχομαι πως είμαι άξιος της μοίρας μου, μιας και ακόμη υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες εξαφανίζομαι τα σαββατόβραδα.
Αλλά από σήμερα τέλος όλα αυτά. Το νιώθω. Δεν ξέρω από που προέρχεται αυτό το συναίσθημα, αλλά είμαι σίγουρος πως σήμερα είναι μια μέρα διαφορετική από όλες τις προηγούμενες. Το νιώθω στον αέρα, σχεδόν.
Μια νέα ζωή ξεκινάει.
Αρχίζω και ντύνομαι στα γρήγορα. Αν και η μέρα εμφανίζεται ηλιόλουστη, νιώθω σίγουρος πως όποιος ξεγελαστεί από τον ήλιο και ντυθεί ελαφριά θα το μετανιώσει. Λογικά έξω αυτή τη στιγμή κάνει παγωνιά. Έτσι, επιλέγω από τα ζεστά μου ρούχα. Τα μαύρα μποτάκια που είχα αγοράσει τον Φεβρουάριο. Ένα σκούρο μπλε τζιν παντελόνι, ένα χοντρό πουλόβερ με διάφορα χρώματα και σχέδια. Από πάνω φοράω το πιο βαρύ από τα μπουφάν μου, που το κρατάω ειδικά για τέτοιες κρύες ημέρες. Βρίσκω και τα γάντια μου και τα φοράω και αυτά.
Βγαίνω έξω. Η θερμοκρασία είναι όντως πολύ χαμηλή, παρά τη λιακάδα. Σε αυτό συντελεί κι ο παγωμένος βοριάς, που σε χτυπάει στο πρόσωπο και τον νιώθεις σα να σε ξυρίζει. Ο δρόμος δεν έχει ζωή σήμερα. Η γειτονιά μου είναι λίγο απομονωμένη, αλλά ακόμη κι έτσι, πολλές φορές υπάρχουν παιδιά έξω που τρέχουν εδώ κι εκεί για ώρες, παίζοντας διάφορα αυτοσχέδια παιχνίδια, γελώντας και φωνάζοντας και ξεχνώντας όλα τα υπόλοιπα.
Σήμερα δεν υπάρχει κανένα από τα συνηθισμένα παιδιά. Μάλλον οι μητέρες τους φοβήθηκαν το κρύο και δεν τα αφήσανε να βγούνε. Υπερπροστατευτικές με τα τέκνα τους, όπως είναι και το συνηθισμένο για τον έλληνα γονέα.
Ξεκινάω να περπατάω με γρήγορο βήμα, με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης. Σκοπός είναι να πάρω ένα περιοδικό και να καθίσω σε μια καφετέρια, να πιω κάτι ζεστό και να διαβάσω αυτό που πήρα. Αν βρω και κάποιον από τους φίλους, ακόμη καλύτερα. Το περιοδικό θα περιμένει για το απόγευμα. Βλέπω την ανάσα μου να βγαίνει από το στόμα μου. Τελικά όντως κάνει πολύ κρύο.
Ένα σύννεφο ανησυχίας αρχίζει και καλύπτει την καλή διάθεση που έχω από την ώρα που ξύπνησα. Δεν μπορώ να εντοπίσω την αιτία του γεγονότος αυτού. Δεν έχω αντιληφθεί κάτι έξω από τα συνηθισμένα, κάτι που να εξηγεί αυτό το αίσθημα. Αλλά η καλύτερη περιγραφή για αυτό που νιώθω είναι αυτή: όπως ένα λεπτό σύννεφο περνάει μπροστά από τον ήλιο και το φως ελαττώνεται στη στιγμή, έτσι και αυτή η ανησυχία ξαφνικά κάλυψε ένα μέρος από την διάθεση.
Βγαίνω σε έναν πιο κεντρικό δρόμο. Τις καθημερινές, μπορεί να χρειαστεί να περιμένω αρκετή ώρα μέχρι να τον διασχίσω, καθώς συνήθως κατακλύζεται από διερχόμενα αυτοκίνητα. Σήμερα, περνάω κατευθείαν στο απέναντι πεζοδρόμιο, μιας και δεν φαίνεται τίποτε να κινείται.
Πολλή ησυχία επικρατεί σήμερα. Περίεργο. Θα περίμενα πως δεν είμαι ο μόνος που θα εκμεταλλεύονταν την ηλιόλουστη μέρα για καφέ και για περίπατο. Μάλλον οι συμπολίτες μου αγαπάνε υπερβολικά τη ζέστη των σπιτιών τους και δε θα την εγκαταλείψουν με ευκολία.
Φτάνω στο κατάστημα με τις τυρόπιτες στη γωνία. Τις Κυριακές εργάζεται η Ειρήνη, που είναι ένα από τα πρώτα άτομα που γνώρισα όταν μετακόμισα εδώ, πριν από πέντε χρόνια. Μια κοπέλα στην ηλικία μου που κατάγεται από ένα γειτονικό χωριό, πάντα με το χαμόγελο στα χείλη, ανεξάρτητα από ημέρα και ώρα. Και τα παιδάκια της είναι κι αυτά αξιολάτρευτα. Δυο δίδυμα, αγοράκι και κοριτσάκι, θα είναι γύρω στα 3 τώρα πια.
Περνάω μπροστά από το τυροπιτάδικο. Κοιτάζω μέσα, μήπως δω μέσα την Ειρήνη και την χαιρετίσω. Το κατάστημα όμως είναι άδειο. Δοκιμάζω να ανοίξω την πόρτα. Είναι κλειδωμένη.
Η Ειρήνη μου είχε πει πως ένα από τα σαββατοκύριακα αυτά, παντρεύεται η κόρη του αφεντικού. Για ποιο μου είχε πει όμως, για το επόμενο ή για αυτό; Δεν θυμάμαι να πω με βεβαιότητα. Ίσως και να ήταν χθες ο γάμος. Αυτό θα εξηγούσε το γεγονός πως το κατάστημα είναι κλειστό τέτοια ώρα. Ίσως το αφεντικό αποφάσισε να το γλεντήσει μέχρι αργά.
Ίσως το κατάστημα να έχει ανοίξει πιο μετά, όταν επιστρέφω. Συνεχίζω το περπάτημα. Στο μυαλό μου έρχεται ένα πρόβλημα μη γραμμικής άλγεβρας που με παίδευε τις προάλλες. Είχα ξοδέψει αρκετές ώρες προσπαθώντας επίμονα να το λύσω και δεν κατάφερα τίποτα. Δεν μου αρέσει αυτό, γενικά. Να προσπαθώ να βρω τη λύση σε ένα πρόβλημα και να μην το καταφέρνω. Θα επιμείνω, μέχρι να το λύσω τελικά.
Αρχίζω μέσα στο μυαλό μου και δοκιμάζω διαφορετικά μονοπάτια που οδηγούν από την αρχική κατάσταση στην τελική, δηλαδή στη λύση. Είμαι καλός σε αυτό. Το μειονέκτημα είναι πως όταν είμαι απορροφημένος σε αυτή τη διαδικασία, χάνω σχεδόν ολοκληρωτικά την επαφή μου με το περιβάλλον.
Δεν ξέρω πόση ώρα περπατώ, χαμένος στις σκέψεις μου. Μάλλον αρκετή. Απορροφημένος καθώς είμαι, χτυπάω με το αριστερό πόδι μου σε ένα μικρό κολωνάκι, από τα αρκετά που υπάρχουν στην περιοχή με σκοπό να αποτρέπουν το παρκάρισμα. Το σοκ του χτυπήματος με επαναφέρει στην πραγματικότητα.
Κοιτάζω τριγύρω. Έχω ήδη φτάσει στην κεντρική πλατεία της πόλης. Μπροστά μου, υπάρχει μια πιάτσα ταξί. Στα αριστερά μου και μερικά σκαλοπάτια παραπάνω, εδώ και μερικούς μήνες είναι κατασκευασμένη μια μικρή παιδική χαρά. Λίγα μέτρα παραπέρα, ένα συντριβάνι που όμως φαίνεται να μη λειτουργεί. Στα δεξιά μου, όπως και στην πάνω πλευρά της πλατείας, μια σειρά από καφετέριες. Ακόμη και στη χειρότερη μέρα, το μέρος εδώ σφύζει από ζωή. Από παιδιά να τρέχουν εδώ κι εκεί γύρω από την παιδική χαρά, υπό τα βλέμματα των γονιών τους. Από παρέες όλων των ηλικιών, κατευθυνόμενες προς τη μια ή την άλλη καφετέρια. Από νεαρούς που περπατούν μπρος πίσω νευρικά επειδή περιμένουν κάποιον που έχει καθυστερήσει στο ραντεβού τους, ίσως χτυπώντας τα πόδια τους στο μαρμάρινο δάπεδο.
Και ξαφνικά, ορμητικά έρχεται στο μυαλό μου η συνειδητοποίηση του τι προκάλεσε αυτό το ανεξήγητο σύννεφο ανησυχίας που είχα αντιληφθεί νωρίτερα.
Περπατάω για πολύ ώρα και δεν έχω συναντήσει ούτε έναν διαβάτη, ούτε ένα αυτοκίνητο να κινείται.
Μια γρήγορη ματιά στην, κανονικά, πιο πολυσύχναστη από τις καφετέριες, επιβεβαιώνει αυτή τη σκέψη. Δεν υπάρχει ίχνος ζωής μέσα σε αυτή.
Νιώθω έναν ξαφνικό τρόμο κι αισθάνομαι τα πόδια μου περίεργα. Σα να μην είναι πια ικανά να σηκώσουν το βάρος μου. Πέντε μέτρα μακριά από μένα, μπροστά και αριστερά μου, βρίσκεται ένα μεταλλικό παγκάκι. Κινούμαι προς αυτό όσο πιο γρήγορα μπορώ και σωριάζομαι πάνω του βαριά.

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

Έρημη πόλη: Κεφάλαιο 3ο


Αλλαγή πλευρού. Αυτό δεν έχει αποτέλεσμα. Ο ήχος του κινητού – που – παίζει – τον – ρόλο – ξυπνητηριού ακούγεται το ίδιο έντονος. Προσπαθώ να το αγνοήσω αλλά δεν γίνεται. Από τη στιγμή που με ξύπνησε, πρέπει να σηκωθώ. Ζηλεύω πολύ τους ανθρώπους που έχουν την ικανότητα να κλείσουν τον ήχο που τους ξύπνησε και να ξανακοιμηθούνε. Εγώ δυστυχώς δεν την έχω.

Πρώτη κίνηση, να τεντώσω το χέρι και να ψάξω το κινητό. Κάπου εδώ το είχα αφήσει χθες το βράδυ. Το βρίσκω, πατάω ένα κουμπί στην τύχη κι ο ενοχλητικός θόρυβος σταματά. Στη χειρότερη περίπτωση, να μην πάτησα το σωστό κουμπί και να χτυπήσει ξανά δέκα λεπτά αργότερα. Τότε δεν θα είναι και τόσο τρομερός ο ήχος. Θα έχω προλάβει να πιώ και δυο γουλιές καφέ.

Μένω λίγο ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι, ενώ το σώμα μου αρχίζει και ξυπνάει, αργά αλλά σταθερά. Αφηρημένα το χέρι μου πηγαίνει στο φυλαχτό που αγόρασα στην Αθήνα χθες. Το ξαναφόρεσα το βράδυ κι από τότε δεν το έβγαλα. Όσο περίεργος κι αν ήταν αυτός που μου το πούλησε, είναι πολύ όμορφο. Θα το καθιερώσω να το φοράω αρκετά συχνά.

Ο νους μου πάει για μια στιγμή στο όνειρο που είδα απόψε. Τι όνειρο και τούτο! Ήμουν σε ένα λιβάδι με γρασίδι. Από τη μια πλευρά έρεε ένα μικρό ποτάμι και από η άλλη καλύπτονταν από τη βλάστηση ενός πυκνού δάσους. Ομίχλη με εμπόδιζε να δω τι υπήρχε από την άλλη πλευρά του ποταμού, αλλά δεν είχα χρόνο να αναρωτηθώ περισσότερο. Είχα εμπλακεί σε μια σύγκρουση σώμα με σώμα με μια περίεργη φιγούρα. Φαίνονταν φυσιολογικός άνθρωπος αλλά εκεί που θα έπρεπε να έχει το πρόσωπο κανονικά, υπήρχε μόνο μαυρίλα. Ο άνθρωπος με το μαύρο πρόσωπο ήταν πολύ δύσκολος αντίπαλος και λίγο ήθελε για να επικρατήσει.

Τελικά, αποδείχθηκα τυχερός και κατάφερα να τον νικήσω. Όταν του έδωσα ένα χτύπημα στο κεφάλι, τόσο δυνατό που θα έριχνε αναίσθητο έναν φυσιολογικό άνθρωπο, αυτός ξεστόμισε μερικές κατάρες κι εξαφανίστηκε μπροστά στα μάτια μου. Τη μια στιγμή ήταν εκεί και την επόμενη δεν ήταν. Στη θέση του, υπήρχε μόνο ένα μικρό σύννεφο γκρίζου καπνού.

Ύστερα, θυμήθηκα τη σκηνή της λιποθυμίας μου, χθες και λίγο πριν την ώρα της συνέντευξης. Νιώθω θυμό με τον εαυτό μου. Τι στιγμή που βρήκα κι εγώ να το πάθω!

Το περίεργο είναι πως δε θυμάμαι τίποτε από το τι συνέβη στη συνέχεια και πως επέστρεψα στο σπίτι μου και βρέθηκα στο κρεβάτι μου. Μένω λίγη ώρα κατά την οποία προσπαθώ να θέσω σε τάξη τις αναμνήσεις μου, αλλά αυτό δεν έχει κάποιο αποτέλεσμα. Δεν έχει σημασία, το σημαντικό είναι πως είμαι εδώ. Πιθανότατα, η σύγχυση που έχω αυτή τη στιγμή είναι παροδική.

Εντάξει, τώρα είναι ώρα να σηκωθώ. Δεύτερη κίνηση, σηκώνομαι από το κρεβάτι και κατευθύνομαι στο καθιστικό. Με αργά βήματα, γιατί είναι νωρίς ακόμη. Είναι Κυριακή και δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να βιαστώ. Ένα μικρό σκύψιμο, ένα πάτημα κουμπιού κι ο υπολογιστής παίρνει μπροστά. Ένα από τα ανεμιστηράκια μέσα στην κεντρική μονάδα του κάνει πάλι πολύ θόρυβο σήμερα. Θα πρέπει να το κοιτάξω κάποια στιγμή.

Ίσως το απόγευμα ασχοληθώ με το να βρω την αιτία του θορύβου. Θα παύσω να το σκέφτομαι περισσότερο προς το παρόν.

Τρίτη κίνηση, να ρίξω λίγο κρύο νερό στο πρόσωπό μου. Εννιά στις δέκα μέρες, το σοκ της επαφής με το κρύο είναι αρκετό για να με ξυπνήσει εντελώς.

Αυτή είναι μια από αυτές τις εννιά. Πολύ ωραία. Βουρτσίζω στα γρήγορα τα δόντια μου. Αυτή είναι από τις καλές συνήθειες που απέκτησα τα τελευταία μόνο χρόνια. Αν την είχα από πιο μικρός, ίσως είχα γλυτώσει ένα ή δυο σφραγίσματα. Αλλά όπως λένε, κάλλιο αργά παρά ποτέ.

Ώρα για καφέ. Η κουζίνα είναι ακατάστατη. Αυτό είναι συνηθισμένο.

Ο νεροχύτης είναι γεμάτος άπλυτα πιάτα, ποτήρια και σκεύη. Αυτό δεν είναι συνηθισμένο. Παραδέχομαι πως δεν είμαι κι ο πιο φανατικός με αυτή τη δουλειά. Σε αντίθεση με άλλες οικιακές εργασίες, απεχθάνομαι το πλύσιμο των πιάτων. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, εκτός από το σιδέρωμα των ρούχων. Αυτό είναι ακόμη χειρότερο. Αλλά αυτό το χάλι που βλέπω μπροστά μου είναι ανεπίτρεπτο.

Το παίρνω απόφαση. Πριν ξεκινήσω για τον περίπατό μου, αυτή η στοίβα θα είναι αραδιασμένη και θα στεγνώνει. Ευτυχώς υπάρχει ένα σέικερ που είναι καθαρό. Βάζω μέσα νερό από τη βρύση. Λίγο. Δεν χρειάζεται περισσότερο.

 Κατεύθυνση: ντουλάπα. Μια γερή κουταλιά καφέ προστίθεται στο νερό του σέικερ. Το σέικερ κλείνει κι ακολουθεί το χτύπημα. Εδώ και λίγο καιρό, στον πρωινό καφέ δεν βάζω ζάχαρη. Επηρεάστηκα κι εγώ από τις ιατρικές εκπομπές που λένε πως η ζάχαρη σε γεμίζει αρνητικά χωρίς να προσφέρει τίποτε καλό, πέρα από τη γεύση. Έτσι, αποφάσισα να την περιορίσω πρώτα και ύστερα να την κόψω εντελώς. Τον πρώτο καιρό, με δυσκολία έπινα αυτό το φρικτό ρόφημα που λέγεται καφές σκέτος. Ύστερα από λίγες μέρες και λίγη συνήθεια, το ρόφημα πια δεν μου φαίνεται και τόσο φρικτό.

Αρκεί να έχει μια γερή δόση γάλακτος μέσα. Αν δεν έχει ούτε γάλα, παραμένει τόσο φρικτό όσο και την πρώτη μέρα. Ανοίγω το ψυγείο, βγάζω το κουτί με το γάλα και ρίχνω μια γενναία ποσότητα μέσα στο σέικερ. Το ξαναβάζω στο ψυγείο και γεμίζω τον χώρο του σέικερ που έχει μείνει κενός με κρύο νερό. Βάζω κι ένα καλαμάκι μέσα και το πρωινό μου είναι έτοιμο.

Πίσω στον υπολογιστή. Κάθομαι στην περιστρεφόμενη καρέκλα που πήρα πέρσι το καλοκαίρι και με δυσκολία κατάφερα να συναρμολογήσω μόνος μου. Την επόμενη φορά που θα αγοράσω κάποιο έπιπλο δεν θα τσιγκουνευτώ τα λίγα ευρώ και θα ζητήσω να μου τη συναρμολογήσουνε στο μαγαζί.

Αλλά ούτως ή άλλως δεν προβλέπεται να αγοράσω κανένα έπιπλο στο άμεσο μέλλον, οπότε δεν χρειάζεται να ανησυχώ για αυτό.

Ανοίγω το Mozilla Firefox. Επιχειρώ να ελέγξω τα e – mail. Μάλλον έχει κολλήσει πάλι το αγαπημένο μου modem, γιατί δεν ανοίγει τη σελίδα του web mail, ούτε καμία άλλη. Κάνω την κίνηση να σκύψω και να κάνω επανεκκίνηση στο modem, αλλά το μετανιώνω και το αφήνω. Ας μην ξεκινήσω κι αυτή τη μέρα μπροστά σε μια οθόνη, όπως τόσες προηγούμενες.

Σκέφτομαι πως πρέπει να κρατάω στο μυαλό μου, το γεγονός πως κάποιοι άνθρωποι έχουν και ζωή εκτός από τον υπολογιστή. Κάτι που ήταν καλό να το φροντίσω κι εγώ σιγά σιγά. Κλείνω τα 34 σε έναν μήνα και δεν δικαιολογούμαι να περνάω όλο τον ελεύθερο χρόνο μου μπροστά σε μια οθόνη. Επικρίνω τα αγόρια που βρίσκονται στη μισή ηλικία από μένα όταν κάνουν το ίδιο ακριβώς πράγμα. Αυτό υποθέτω πως με κάνει μεγάλο υποκριτή.

Το πήρα απόφαση. Σήμερα θα φροντίσω να ζήσω τη ζωή μου, όπως έχω πολύ καιρό να το κάνω. Δεν θα κοιτάξω άλλο τον υπολογιστή παρά αργά το βράδυ. Να ελέγξω και τη μάχη πως εξελίσσεται.

Πίνω μια γουλιά από τον καφέ μου. Η ώρα σχεδόν έχει φτάσει εννιά. Ανοίγω το πατζούρι στο καθιστικό και κοιτάζω έξω. Ρίχνει ένα ψιλόβροχο αλλά ο ουρανός φαίνεται φωτεινός. Από τα νότια αρχίζει και ξεχωρίζει το γαλάζιο μέσα από τα σύννεφα. Το πιο πιθανό είναι πως η βροχή αργότερα μέσα στην ημέρα θα σταματήσει. Αυτό είναι ευχάριστο. Είναι πολύ δύσκολο να περάσεις μια ολόκληρη Κυριακή χωρίς υπολογιστή και χωρίς καλό καιρό για βόλτα.

Είπαμε, δεν θα αφήσω αυτό το χάλι που έχω στο νεροχύτη. Επιστρέφω στην κουζίνα. Φοράω αυτή τη χαριτωμένη ποδιά που είναι σε κίτρινο χρώμα και απεικονίζει έναν μάγειρα που τρέχει κρατώντας έναν δίσκο γεμάτο πιάτα και ποτήρια. Η Ελένη μου έχει πει πολλές φορές πως βρίσκει πολύ σέξι τη συγκεκριμένη ποδιά. Κι εμένα μαζί όταν τη φοράω για κάποια δουλειά.

Γαμώτο! Τώρα θυμήθηκα πως είχα πει στην Ελένη ότι θα της τηλεφωνούσα χθες το απόγευμα, όταν θα γύριζα από την Αθήνα και το ξέχασα. Το έκανα όμως; Δε μπορούσα να απαντήσω σε αυτό, μιας και δε θυμάμαι καθόλου τις δραστηριότητές μου από τη λιποθυμία μου και μετά.

Όσο το σκέφτομαι, αυτό μου φαίνεται πολύ περίεργο. Είχα λιποθυμήσει μια ή δυο φορές στο παρελθόν, αλλά σε καμία περίπτωση δε μου είχε τύχει να εμφανίζω τόσο μεγάλο κενό στη μνήμη μου, από τη στιγμή που έχασα τις αισθήσεις μου μέχρι σχεδόν μια μέρα αργότερα.

Δεν πειράζει, θα της τηλεφωνήσω αργότερα. Τώρα είπα στον εαυτό μου πως σειρά έχει το πλύσιμο των πιάτων. Ας το ξεκινήσω.

Είκοσι λεπτά αργότερα, έχω τελειώσει. Τα χέρια μου έχουν κοκκινίσει μιας και το χειμωνιάτικο νερό ήταν πολύ κρύο. Τουλάχιστον τώρα ο νεροχύτης είναι άδειος ξανά. Ρίχνω και λίγο νεράκι να ξεπλύνω τη σαπουνάδα και είμαι έτοιμος.

Η ώρα έχει πάει εννέα και μισή. Πίνω λίγο ακόμη από τον καφέ μου. Η βροχή έχει περιοριστεί σε ένα απλό ψιχάλισμα και το γαλάζιο κομμάτι του ουρανού έχει αυξηθεί σε σχέση με το γκρίζο. Ρίχνω μια ματιά στη βιβλιοθήκη μου, ψάχνοντας να εντοπίσω κάποιο από τα βιβλία μου που να μην το έχω διαβάσει. Αλλά και να μη βρω κάποιο, θα πάρω να λύσω καμία άσκηση μαθηματικών. Να ακονίσω την ικανότητα λίγο, γιατί έχει αρχίσει και σκουριάζει. Τις προάλλες είχα πιάσει να σκέφτομαι κάποια προβλήματα και ορισμένα με ταλαιπωρήσανε. Μερικά χρόνια νωρίτερα, θα είχα βρει τις λύσεις χωρίς δεύτερη σκέψη.

Τελικά όμως βρίσκω ένα που δεν το έχω διαβάσει. Μια βιογραφία του Σωκράτη, γραμμένη από έναν ξένο συγγραφέα. Πότε το πήρα εγώ αυτό; Ούτε που θυμάμαι. Όπως και να’ χει, αποφασίζω πως αυτό το μικρό βιβλίο θα αποτελέσει την παρέα μου για το επόμενο δίωρο. Πηγαίνω στον υπολογιστή και βάζω τη συνηθισμένη λίστα αναπαραγωγής να παίζει. Ανεβάζω την ένταση των ηχείων και η μουσική γεμίζει τον τόπο.

Κάποιοι θα λέγανε πως ροκ μουσική και Σωκράτης δεν συνδυάζονται και τόσο καλά, αλλά αυτό λίγο με ενδιαφέρει. Η ροκ μουσική με ηρεμεί, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται αυτό. Κάθομαι στον καναπέ μου, ανοίγω το βιβλίο για τον Σωκράτη και ξεκινάω.

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Έρημη Πόλη: Κεφάλαιο 2ο



«Καθίστε εκεί και περιμένετε λίγο. Όταν έρθει η σειρά σας θα ειδοποιηθείτε», λέει με ψυχρή ευγένεια η γυναίκα που με υποδέχθηκε. Ήταν καθισμένη πίσω από ένα λιτό ξύλινο γραφείο. Η επιφάνειά του είναι άδεια, εκτός από έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή και τα περιφερειακά του. Κοιτάζω προς την κατεύθυνση όπου μου δείχνει κι αντικρύζω μια σειρά από μεταλλικές καρέκλες, συνολικά τέσσερις. Στα αριστερά τους υπάρχει ένας μεταλλικός κάδος αχρήστων και στα δεξιά τους ένα φυτό εσωτερικού χώρου με πλούσια φυλλωσιά.
Επιλέγω να καθίσω στην αριστερή από τις καρέκλες. Μπροστά τους υπάρχει ένα χαμηλό τραπέζι, με γυάλινη επιφάνεια και μεταλλικά πόδια. Στο κάτω μέρος του, υπάρχει μια στοίβα με περιοδικά διαφόρων θεμάτων. Ρίχνω μια γρήγορη ματιά αλλά δεν βρίσκω κάτι που να μου τραβήξει το ενδιαφέρον. Έτσι, βγάζω το κινητό μου και αρχίζω να παίζω παιχνίδια μέχρι να έρθει η ώρα της συνέντευξης.
Ομολογώ πως έχω νευρικότητα. Είναι η πρώτη συνέντευξη στην οποία καλούμαι, ύστερα από πολλούς μήνες συνεχούς αναζήτησης και διαρκών αποστολών βιογραφικών σημειωμάτων. Τώρα, προέκυψε αυτή η δουλειά που αποδεικνύεται ενδιαφέρουσα. Ο μισθός λογικά δεν θα είναι και τίποτε το εξαιρετικό, αλλά από το ολότελα, ακόμη κι αυτό θα είναι ευπρόσδεκτο.  Ειδικά αν ισχύει το στοιχείο που με δελέασε πάνω από όλα, δηλαδή πως θα μπορώ να εργάζομαι από το σπίτι μου.
Αν τα καταφέρω και πιάσω αυτή τη δουλειά, θα γίνουν πολλά βήματα ώστε να χαλαρώσω λίγο στο οικονομικό θέμα. Ελπίζω πως θα πάψω να είμαι αναγκασμένος να κάνω δουλειές του ποδιού και να κυνηγάω μαθητές μήπως κάνω κάποιο ιδιαίτερο. Μερικά ιδιαίτερα, υποθέτω πως θα τα κρατήσω, αλλά τουλάχιστον δεν θα έχω το άγχος στον ίδιο βαθμό που είχα τους τελευταίους δεκαπέντε μήνες.
Αλλά πρέπει να τα πάω καλά στη συνέντευξη που έχω να κάνω. Και όσο περνάει η ώρα, η νευρικότητά μου αυξάνεται. Αυτό είναι κακό σημάδι. Το e – mail με το οποίο με καλέσανε, ανέφερε πως η συνέντευξη ήταν προγραμματισμένη για τις έντεκα το πρωί. Σήμερα το πρωί όμως και ενώ βρισκόμουν στο λεωφορείο, με πήραν τηλέφωνο και με ειδοποίησαν πως η ώρα είχε αλλάξει και η συνέντευξη είχε μεταφερθεί για τις πέντε το απόγευμα.
Αφοσιώνομαι ξανά στο παιχνίδι και προσπαθώ να παίρνω βαθιές και αργές ανάσες. Το κάνω με την ελπίδα πως θα χαλαρώσω και θα αποδώσω το μέγιστο των δυνατοτήτων μου όταν έρθει η στιγμή.
«Κύριε, συγνώμη!» φωνάζει η κοπέλα που ήταν στην υποδοχή. Σηκώνω το βλέμμα και την κοιτάζω, με την ελπίδα μου αναπτερωμένη πως η αναμονή μου έφτασε στο τέλος της. Έχω τερματίσει πέντε διαφορετικές παρτίδες Sudoku, που σημαίνει πως περίμενα τουλάχιστον ένα τέταρτο της ώρας σε αυτή την καρέκλα.
«Έχουμε ένα τεχνικό πρόβλημα και θα καθυστερήσουμε λίγο», μου λέει. Οι ώμοι μου βουλιάζουν από την απογοήτευση. «Ζητούμε συγνώμη για την ταλαιπωρία. Προσφέρουμε καφέ ή άλλο ρόφημα της αρεσκείας σας». Παρά τα λόγια της, το ύφος της δεν ήταν ούτε στο ελάχιστο απολογητικό.
Κοιτάζω το ρολόι μου. Έχω ακόμη πάνω από τρεις ώρες διαθέσιμες μέχρι την ώρα που θα αναχωρήσει το τελευταίο λεωφορείο. Όπως φαίνεται, δεν θα επιστρέψω νωρίς στην πόλη μου. Αλλά νιώθω πως δεν έχω επιλογή. Αφού ήρθα, θα πρέπει να μείνω για όση ώρα απαιτήσει η περίσταση. Πραγματικά τη χρειάζομαι αυτή τη δουλειά.
«Τι θα πάρετε;» με ρωτάει ξανά η κοπέλα. Κοιτάζει προς το μέρος μου και το ύφος της δείχνει παντελή αδιαφορία. Σκέφτηκα να αρνηθώ να πάρω κάτι, αλλά συνειδητοποιώ πως διψάω. Από την ώρα του μεσημεριανού μου δεν έχω πιεί κανένα υγρό.
Και ούτως ή άλλως, αυτοί οι τύποι με έχουν ήδη για αρκετή ώρα στην αναμονή κι αυτό δεν αναμένεται να αλλάξει σύντομα. Το λιγότερο που μπορούν να κάνουν είναι να μου προσφέρουν κάτι σαν αντάλλαγμα για τον χρόνο που θα περιμένω.
«Ένα μπουκαλάκι νερό και είμαι εντάξει, ευχαριστώ», της λέω. Αυτή γνέφει καταφατικά, σηκώνεται από το κάθισμά της και κατευθύνεται προς μια πόρτα που πάνω έχει κολλημένη μια πινακίδα.

ΠΡΟΣΟΧΗ – ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟΥΣ ΜΗ ΕΧΟΝΤΕΣ ΓΡΑΠΤΗ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ

Περίεργη πινακίδα να έχεις σε μια πόρτα απλής εταιρίας εισαγωγών. Πιο πολύ θυμίζει κάτι που θα έβλεπε κάποιος σε μια στρατιωτική εγκατάσταση. Νιώθω μια στιγμιαία ανησυχία αλλά την προσπερνώ. Ίσως και να μην είναι τόσο σπάνιο. Στο κάτω – κάτω, κι εγώ αν ήμουν ο υπεύθυνος μιας μεγάλης εταιρίας θα ήθελα να αποτρέπω τον οποιονδήποτε τυχαίο από το να μπαίνει μέσα στα ενδότερα και να ψαχουλεύει.
Η κοπέλα περνάει την πόρτα και αυτή κλείνει πίσω της. Κοιτάζω ξανά την πινακίδα για λίγες στιγμές και ύστερα αφοσιώνομαι ξανά στο παιχνίδι μου.
Σύντομα, ακούω την πόρτα να ανοίγει ξανά. Αυτή τη φορά ήταν γρήγορα. Δεν θα πέρασε πάνω από μισό λεπτό από τότε που η κοπέλα μπήκε μέσα στην περιοχή όπου απαγορεύεται η είσοδος.
«Ορίστε, το νερό σας», μου λέει, χαμογελώντας ελαφρά. Απλώνει προς το μέρος μου ένα μπουκαλάκι κι ένα πλαστικό ποτήρι. Τα παίρνω στα χέρια μου.
«Ευχαριστώ», της λέω. Με κοιτάζει προσεκτικά και ύστερα μου γυρίζει την πλάτη. Κατευθύνεται και κάθεται ξανά στο γραφείο της. Δείχνει πως αφοσιώνεται στην εργασία που κάνει στον υπολογιστή της, αλλά διακρίνω ότι που και που ρίχνει κλεφτές ματιές προς το μέρος μου. Την κοιτάζω και χαμογελάω. Μου απαντάει κι αυτή με ένα ψυχρό χαμόγελο.
Ανοίγω το μπουκάλι και γεμίζω το ποτήρι. Πίνω μια μικρή ποσότητα δοκιμαστικά στην αρχή και διαπιστώνω πως δεν είναι πολύ κρύο. Αυτό είναι καλό. Σηκώνω το ποτήρι και το αδειάζω με τη μια. Βάζω και το υπόλοιπο νερό στο ποτήρι και πετάω το μπουκάλι σε έναν μεταλλικό κάδο σκουπιδιών που ήταν δίπλα στην καρέκλα μου. Αφήνω το ποτήρι με το λίγο εναπομένον νερό στο τραπέζι και αφοσιώνομαι ξανά στο παιχνίδι.
Ύστερα από λίγο όμως, σταματάω ξανά και αφήνω τη συσκευή στη διπλανή καρέκλα. Αρχίζω να νιώθω το κεφάλι μου ελαφρύ. Σηκώνομαι από την καρέκλα όπου καθόμουν αλλά νιώθω τα πόδια μου αδύναμα να στηρίξουν το βάρος μου.
Νιώθω τις αναπνοές μου να είναι γρήγορες και ρηχές. Μεγάλο μέρος της όρασής μου έχει πια σκοτεινιάσει, καθαρά βλέπω πια μόνο στο κέντρο του οπτικού μου πεδίου. Αλλά ακόμη κι εκεί τα χρώματα δεν είναι φυσιολογικά.
Κάτι μου συμβαίνει. Κάτι κακό.
Παρατηρώ πως η κοπέλα της γραμματείας έχει στραφεί προς το μέρος μου και με κοιτάζει με ενδιαφέρον. Ανοίγω το στόμα μου με σκοπό να της πω πως κάτι έπαθα και χρειάζομαι βοήθεια.
Αντί αυτού, το μόνο που καταφέρνω, είναι να βγάλω κάποιους αδύναμους, ακατανόητους ήχους. Βλέπω την γαλάζια μοκέτα που ήταν στρωμένη στο πάτωμα να με πλησιάζει ταχύτατα. Προλαβαίνω να παρατηρήσω μια μικρή ατέλεια στην ύφανσή της.
Και ύστερα με τυλίγει το σκοτάδι.

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

Έρημη Πόλη: Κεφάλαιο 1ο



«Με πέντε ευρώ παίρνεις αυτό το φυλαχτό που θα σου αλλάξει τη ζωή!» κραύγασε ο πλανόδιος πωλητής για μια ακόμη φορά. Αρχίζει και με εκνευρίζει αυτός ο τύπος. Εδώ και αρκετή ώρα φαίνεται να ακολουθεί παρόμοια πορεία με μένα, καθώς βαδίζω κοιτώντας τις βιτρίνες των μαγαζιών γύρω από το Μοναστηράκι. Αν και είναι από τις πρώτες μέρες του Δεκεμβρίου, η μέρα είναι ηλιόλουστη. Η θερμοκρασία είναι χαμηλή, σε τέτοιο επίπεδο ώστε κάθε εκπνοή μου να σχηματίζει ένα μικρό σύννεφο από υδρατμούς, το οποίο αιωρείται στιγμιαία μπροστά στο πρόσωπό μου πριν να εξαφανιστεί. Αλλά αυτό είναι αναμενόμενο για την εποχή. Γενικά, η μέρα είναι ιδανική για μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας.
Το μόνο στοιχείο που προσπαθεί να μου χαλάσει τη διάθεση, είναι αυτός ο ενοχλητικός πωλητής. Μου θυμίζει τα spam mail, αυτά τα απαράδεκτα ηλεκτρονικά μηνύματα που πάντα λένε τη μια ή την άλλη παραλλαγή του «Στείλε αυτό σε 5 άτομα, αλλιώς μια μεγάλη συμφορά θα σε βρει στο άμεσο μέλλον» Ανάλογα με την προέλευση του εκάστοτε e – mail, αυτή η συμφορά ποικίλλει από οικονομική καταστροφή μέχρι την κατάρα των Φαραώ. «Αν το στείλεις σε 15 άτομα, κάτι καλό θα σου συμβεί». Τα λόγια τούτου εδώ του πωλητή μου ακούγονται το ίδιο παράλογα. Δεν καταλαβαίνει πως σήμερα είναι ελάχιστοι πια οι αφελείς που τα πιστεύουν αυτά;
Ίσως βέβαια και να μην είναι τόσο ελάχιστοι αυτοί που πείθονται από αυτά τα μηνύματα και τα αναπαράγουν, αν κρίνουμε από τον ρυθμό με τον οποίο εξακολουθώ να τα λαμβάνω. Αυτό δεν το θεωρώ και τόσο καλό σημάδι για το μέσο όρο νοημοσύνης του ανθρώπινου είδους εν έτει 2013.
Ή απλά, ίσως γίνομαι υπερβολικά κακός όταν σκέφτομαι τέτοια πράγματα.
Μπαίνω σε ένα κατάστημα με παπούτσια. Δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα να αγοράσω κάτι, μιας κι έχω ήδη πάρει αυτά που ήθελα. Νωρίτερα, είχα αγοράσει μια ζώνη για μένα και ένα βραχιόλι με πολύχρωμα πετραδάκια για την Ελένη. Ο κύριος σκοπός της εισόδου μου στο νέα κατάστημα, ήταν η επιθυμία μου να προχωρήσει πιο μακριά αυτός ο πωλητής. Δεν μπορώ να καταλάβω το λόγο, αλλά με ενοχλεί πάρα πολύ να τον ακούω να λέει συνέχεια τα ίδια πράγματα.
«Καλησπέρα. Μπορώ να σας βοηθήσω;» ακούω μια γυναικεία φωνή να λέει από τα δεξιά μου. Γυρίζω προς τα δεξιά και βλέπω μια κοντούλα, αδύνατη κοπέλα να μου χαμογελάει. Τα μαλλιά και τα ρούχα της είναι μαύρα κι ένα σκουλαρίκι γυαλίζει στο κάτω χείλος της, από τη δεξιά του πλευρά.
«Απλά κοιτάζω προς το παρόν, ευχαριστώ. Όταν χρειαστώ βοήθεια, θα σας καλέσω», της απαντάω. Η κοπέλα μου χαμογελάει ξανά και στρέφει την προσοχή της σε ένα ζευγάρι εφήβων που εισήλθε μετά από μένα στο κατάστημα. Εγώ μένω να κοιτάζω αφηρημένα μια σειρά από ζευγάρια μαύρων αρβύλων, που έχουν καρφιά σε διάφορα σημεία. Αυτά δεν είναι του γούστου μου με τίποτε.
Ακούω πως η υπάλληλος έχει πιάσει ζωηρή κουβέντα με τους δυο νέους. Ίσως και να είναι γνωστοί της. Όπως και να’ χει, δεν βρίσκω τη σκηνή ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και κοιτάζω άλλη μια φορά τις σειρές με τα παπούτσια. Κοιτάζω το κινητό μου και βλέπω πως μου έχουν απομείνει γύρω στα τριάντα λεπτά μέχρι να έρθει η ώρα για το ραντεβού μου.
Βγαίνω από το κατάστημα και ξεκινάω προς την πλατεία Μοναστηρίου. Από εκεί σκοπεύω να ανεβώ πεζός, με χαλαρό ρυθμό την οδό Ερμού έως την πλατεία Συντάγματος. Αν θυμάμαι καλά, το γραφείο όπου έχω να πάω είναι εκεί κοντά. Όταν τελειώσω με τη συνέντευξη, θα χρησιμοποιήσω μετρό κι ηλεκτρικό για θα επιστρέψω στον σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων. Από εκεί, θα φύγω από την πρωτεύουσα.
Κρατώντας τις μικρές σακούλες με τα πράγματα που αγόρασα και περπατώντας με αργό ρυθμό, δεν μου παίρνει πάνω από τρία λεπτά να φτάσω στην πλατεία Μοναστηρίου. Ύστερα, άλλα τόσα μέχρι να βρεθώ στην οδό Ερμού.
«Ε, φίλε!» Από ένα στενό πετάγεται ο ίδιος ενοχλητικός πωλητής και πλησιάζει προς το μέρος μου περπατώντας γρήγορα.
«Για σένα, δυο ευρώ. Πάρτο και θα με θυμηθείς. Σε δυο μέρες από τώρα θα σου αλλάξει τη ζωή!» Προφανώς ο τύπος εκτός από επίμονος, είναι και απογοητευμένος από τις πωλήσεις του.
Δεν πειράζει. Δυο ευρώ δεν είναι πολλά προκειμένου να τον ξεφορτωθώ. Απλώνω το χέρι και πιάνω το φυλακτό. Εντάξει, δεν είναι και τόσο άσχημο. Tο περίγραμμά του είναι κυκλικό κι έχει διάμετρο περίπου δυο εκατοστά. Στο εσωτερικό του περιγράμματος έχει έναν σταυρό, με την κάθε πλευρά να έχει πάχος μισό εκατοστό. Στα σημεία όπου ο σταυρός ακουμπάει στο περίγραμμα, είναι σκαλισμένα κάποια μικρά σύμβολα. Το φέρνω πολύ κοντά στα μάτια μου, αλλά δεν μπορώ να διακρίνω τι απεικονίζουν.
Είναι ωραίο τελικά. Ξαφνικά συνειδητοποιώ πως είναι υπερβολικά ωραίο για να το δίνει αυτός ο τύπος με αντίτιμο μόνο δυο ευρώ. Τον κοιτάζω από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Υποθέτω πως η καχυποψία μου φαίνεται στο βλέμμα μου, αλλά αυτό δεν με απασχολεί. Εξάλλου, αυτό ακριβώς νιώθω.
Ο πωλητής έχει τα μάτια του καρφωμένα στα δικά μου. Τα ρούχα του φαίνονται πολύ παλιά και φθαρμένα. Φοράει λευκά αθλητικά παπούτσια και το αριστερό έχει μια μικρή τρύπα, στην περιοχή ακριβώς μπροστά από το μικρό του δάχτυλο. Η όψη του δείχνει πως είναι αρκετά ταλαιπωρημένος.
Ξαφνικά χαμογελάει πλατιά και τα δόντια του αστράφτουν κάτασπρα. Η μόνη παραφωνία προέρχεται από έναν από τους κοπτήρες του πάνω σαγονιού, ο οποίος λείπει και δίνει ένα περίεργο στυλ σε αυτό το χαμόγελο. Μου φέρνει στο μυαλό κάποιο παιδί που είναι στο στάδιο όπου τα παιδικά του δόντια χάνονται και τα κανονικά του δεν έχουν ξεκινήσει να φυτρώνουν ακόμη.
Ανακαλύπτω μέσα μου πως δεν μου αρέσει αυτό το χαμόγελο. Το βρίσκω υπερβολικά προσποιητό.
«Πράγματι σου το δίνω πολύ φτηνά, αλλά βιάζομαι να φύγω από αυτό τον αναθεματισμένο τόπο και να επιστρέψω στα μέρη μου», είπε, σχεδόν σα να διάβασε τις σκέψεις μου.
Το χαμόγελο δεν εγκατέλειψε το πρόσωπό του. Εξακολουθώ να θεωρώ αυτό το χαμόγελο περίεργο, αλλά τα λεγόμενά του έχουν μια λογική. Ούτε εγώ θα ήθελα να μείνω παραπάνω από όσο χρειάζεται στην Αθήνα. Έχω γεννηθεί και μεγαλώσει στην επαρχία και βρίσκω την Αθήνα μουντή και απρόσωπη. Μια τεράστια μηχανή, που αν σε αρπάξει στα γρανάζια της, σε απορροφάει. Κι όταν το κάνει αυτό, σου στερεί την ατομικότητα και σε κάνει ένα ακόμη μέρος του πλήθους των πολλών εκατομμυρίων που είναι οι κάτοικοί της. Γίνεσαι ένας ακόμη ανώνυμος μέσα σε μια τεράστια ποσότητα ανώνυμων.
Όπως και να έχει, το πήρα απόφαση. Βρίσκω το πορτοφόλι μου, βγάζω από μέσα ένα νόμισμα των δυο ευρώ και το δίνω στον πωλητή. Με το που το παίρνει, σταματάει να χαμογελάει προσωρινά, μέχρι να βάλει το νόμισμα στην δεξιά του τσέπη. Ύστερα χαμογελάει ξανά.
«Φόρεσέ το», με προτρέπει. Είναι πολύ περίεργος άνθρωπος τελικά. Αλλά ευτυχώς, σκέφτομαι πως σε λίγο θα τον ξεφορτωθώ. Βρίσκω πως με παρηγορεί αυτή η σκέψη. Το φοράω γύρω από το λαιμό μου. Τον κοιτάζω ξανά στο πρόσωπο και βλέπω μια φευγαλέα λάμψη στα μάτια του. Η λάμψη έμεινε για μια στιγμή κι εξαφανίστηκε πριν καν προλάβω να σιγουρευτώ πως υπήρχε.
Έχω αρχίσει πια να νιώθω πολύ δυσάρεστα κοντά σε αυτό το πρόσωπο. Νιώθω έντονα την ανάγκη να απομακρυνθώ από αυτόν. Όσο το δυνατόν γρηγορότερα, να πάψω να τον αντικρίζω άλλο.
«Αύριο, η μέρα είναι Κυριακή. Θα με θυμηθείς τότε», είπε ο πωλητής. Δεν θέλω να ακούσω οτιδήποτε άλλο. Του γυρίζω την πλάτη και συνεχίζω να ανεβαίνω την οδό Ερμού, με κατεύθυνση την πλατεία Συντάγματος.
Έκανα μόλις δέκα βήματα, όταν κάτι με ωθεί να κοιτάξω πίσω μου. Διαπιστώνω πως ο περίεργος αυτός τύπος ήταν άφαντος. Επιστρέφω λίγα μέτρα πίσω, μέχρι τη διασταύρωση, και κοιτάζω τριγύρω. Η κίνηση έχει αρχίσει να αραιώνει λόγω της περασμένης ώρας, ο κόσμος που περνάει εκείνη τη στιγμή από το σημείο δεν είναι πολύς. Παρ’ όλα αυτά, ο πωλητής έχει εξαφανιστεί.
Ανασηκώνω τους ώμους. Γιατί να με ενδιαφέρει το τι απέγινε; Το καλό είναι πως ησύχασα από αυτόν. Βγάζω το φυλακτό από τον λαιμό μου και το βάζω στην τσέπη μου. Τουλάχιστον η περίεργη αυτή συνάντηση είχε ένα μικρό κέρδος, αυτό το όμορφο αντικείμενο. Ακόμη και που δεν πιστεύω τα παραμύθια του πως αυτό το μικρό αντικείμενο θα αλλάξει τη ζωή μου στην πραγματικότητα. Ύστερα γυρίζω ξανά προς την πλατεία Συντάγματος και ξεκινώ να περπατώ.